Η προσδοκία του ταξιδιού

Θα προσπαθήσουμε να ταξιδέψουμε στο κυανού της τέχνης και του πολιτισμού, όπου εκείνο που βαραίνει περισσότερο στις εκτιμήσεις μας είναι ακριβώς η έλλειψη βαρύτητας. Θα προσπαθήσουμε να επικοινωνούμε με το τηλεγραφείο των σκέψεων, με γλώσσα που περνάει από το τρυπητό που αφήνει απ΄έξω τα απόφλουδα...Με την ελπίδα να υπάρξουν ρινίσματα χρόνου που θα ψιθυρίσουμε: Λίγο θέλω ακόμη για ν΄αποσπαστώ από το έδαφος και να παίξω με τις πατούσες μου μιαν άλλου είδους κιθάρα...

Η εντοπισμένη εδώ προσδοκία είναι η αλληλεπίδραση μας με επίγνωση της αδυναμίας, με φορείς αλληλεπίδρασης, αναγκαίους κατά τη Φυσική, σκέψεις, εικόνες, ήχους που προσφέρουν Αυτοί που μας δείχνουν πόσο λανθασμένα, ίσως, συλλάβαμε την δωρεά της ζωής. Έρανος σκέψεων, λοιπόν, ήχων που παράγουν εικόνες που δεν τις βλέπουν τα μάτια, εικόνων που παράγουν ήχους που δεν τους ακούν τα αυτιά, και μοιρασιά της συγκομιδής. Με τιμή στην ατίμητη τιμή αυτών των διαλεχτών της τέχνης και του πολιτισμού που απλόχερα τα προσφέρουν...

Ας ζήσουμε τουλάχιστον την προσδοκία του ταξιδιού, που είναι πιο σημαντική από την πραγματοποίησή του. . .

Επικοινωνία: antonymos.hurts@gmail.com

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013




Οι νέες προτάσεις της τρώεικας 









Καντάτα

να περίεργο πεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στς φημερίδες, ένας ντρας πγε σ᾿ να π᾿ ατ τ «σπίτια», πρε μι γυνακα, μ μόλις μπαίνουν στ δωμάτιο, ντ ν γδυθε κα ν παναλάβει τν αώνια κίνηση, γονάτισε μπροστά της, λέει, κα τς ζητοσε ν τν φήσει ν κλάψει στ πόδια της. κείνη βάζει τς φωνές, «δ ρχονται γι λλα πράγματα», ο λλοι π᾿ ξω δώστου χτυπήματα στν πόρτα. Μ τ πολλ νοιξαν κα τν διώξανε μ τς κλωτσις — κος κε διαστροφ ν θέλει, ν κλάψει μπρός σε μι γυνακα. κενος στριψε τ γωνία κα χάθηκε καταντροπιασμένος. Κανες δν τν ξανάδε πιά. Κα μόνο κείνη γυνακα,θ ᾿ρθε ναπότρεπτη ρα μι νύχτα, πο θ νοιώσει τν τρόμο ξαφνικά, πς στέρησε τν αυτ τς π᾿ τν πι βαθιά, τν πι μεγάλη ρωτικ πράξη μν φήνοντας ναν ντρα ν κλάψει στ πόδια της.

Τάσος Λειβαδίτης


Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013






ΕΠΙΚΑΙΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Δεν ξέχασα ποτέ τη σπουδαιότητα
της επικαιρικής ποίησης
ούτε της εύληπτης γραφής.
Να λοιπόν ένας στίχος
σημερινός, ευκολονόητος
και πανελλήνιος:
«Τί λέτε ρε μαλάκες!»

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ






Περίεργο πράγμα η καρδιά,


όσο τη σπαταλάς τόσο περισσότερη έχεις.


Κώστας Μόντης



Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

ΣΚΕΨΕΙΣ




" Η αξία της υλικότητας αντικατέστησε τις πολιτισμικές αξίες - Η εξουσία έχει ως αντικείμενο τη ζωή και όλη μας η ζωή έχει γίνει μια χρηματιστηριακή μεταφορά - Τα πάντα μέσα σε μια Παγκοσμιοποιημένη Τάξη Πραγμάτων δεν χρειάζονται τους λαούς - Το Ευρωπαϊκό πνεύμα είναι παράγωγο του Ελληνικού".

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΡΟΖΑΝΗΣ







Κι αν κουραστούν απ' το τοπίο
κι αν κουραστούν από την κάμαρα
πώς ν΄αποδράσουν τα παράθυρα.

Μιχάλης Γκανάς




Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Κοινωνική δικαιοσύνη και ορθόδοξη θεολογία





«Ακούστε με τώρα κι εσείς οι πλούσιοι. Κλάψτε με γοερές κραυγές για τα βάσανά σας, που όπου να ’ναι έρχονται. Ο πλούτος σας σάπισε, και τα ρούχα σας τα ’φαγε ο σκόρος. το χρυσάφι σας και το ασήμι κατασκούριασαν, και η σκουριά τους θα είναι μαρτυρική κατάθεση εναντίον σας και θα καταφάει τις σάρκες σας σαν τη φωτιά. Κι ενώ πλησιάζει η κρίση εσείς μαζεύετε θησαυρούς. Να, ο μισθός των εργατών που θέρισαν τα χωράφια σας κι εσείς τους τον στερήσατε κραυγάζει. Και οι κραυγές των θεριστών έφτασαν ως τα αυτιά του παντοδύναμου Κυρίου. Ζήσατε πάνω στη γη με απολαύσεις και σπατάλες. Παχύνατε σαν τα ζώα, που τα πάνε για σφάξιμο. Καταδικάσατε και φονεύσατε τον αθώο. δεν σας πρόβαλε αντίσταση».

Θα μπορούσε, ίσως, να είναι απόσπασμα από προκήρυξη των μεγάλων κοινωνικών εξεγέρσεων του 20ου αι. Είναι, ωστόσο, κείμενο που γράφτηκε πριν από είκοσι, χοντρικά, αιώνες. απόσπασμα από την Καινή Διαθήκη, και, συγκεκριμένα, από την επιστολή του αποστόλου Ιακώβου (5:1~6). Κατά πόσο, βέβαια, αποδέχονται τη φιλοσοφία του όσοι δηλώνουν θρησκευόμενοι και, αντίστοιχα, κατά πόσο γνωρίζουν την ύπαρξη τέτοιας σκέψης στους κόλπους του Χριστιανισμού όσοι δηλώνουν μη Χριστιανοί, είναι ερωτήματα, στα οποία η απάντηση μάλλον δεν μπορεί να είναι αισιόδοξη. Η υποβάθμιση (πολύ περισσότερο: η στρέβλωση) του Χριστιανισμού σε ένα ανώδυνο σύστημα ηθικιστικού, ατομοκεντρικού και εφησυχαστικού καθωσπρεπισμού αποτελεί μέσα στην ιστορία έναν αδιάκοπο πειρασμό.

α΄ Η αποστέρηση του εργατικού μισθού ως φόνος

Η παραστατικότατη μεταφορά του απ. Ιακώβου του αποστερημένου εργατικού μισθού να κραυγάζει προς τον ουρανόδεν είναι καθόλου τυχαία. Έχει χρησιμοποιηθεί όποτε χρειάστηκε να επισημανθούν τα πλέον βαριά αμαρτήματα: βοά προς τον Θεό το αίμα του δολοφονημένου Άβελ, τα αμαρτήματα των Σοδόμων, η τυραννία των Εβραίων στην Αίγυπτο και ο αποστερημένος μισθός, και μάλιστα είτε αφορά Εβραίο, είτε ξένο εργάτη. «Μην εκμεταλλεύεσαι ποτέ», λέει ο Γιαχβέ στον Ισραηλίτη, «το μισθωτό, το δυστυχισμένο και το φτωχό συμπατριώτη σου ή τον ξένο που ζει σε μια από τις πόλεις της χώρας σου. Να του δίνεις κάθε μέρα το μεροκάματό του, πριν από τη δύση του ήλιου. γιατί είναι φτωχός και το έχει ανάγκη. Αλλιώς αυτός θα φωνάξει εναντίον σου στον Κύριο, κι αυτό θα σου καταλογιστεί για αμαρτία» (Δευτ. 24:14~15). «Όποιος από το διπλανό του τη διατροφή του αφαιρεί, είναι το ίδιο σαν να τον σκοτώνει. κι όποιος δε δίνει στον εργάτη το μισθό του, είναι φονιάς» (Σοφ. Σειρ. 34:22).

Αυτή η αντιστοίχιση εκμετάλλευσης και φόνου πέρασε και στη χριστιανική Εκκλησία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ως «φονεύσας τον αδελφόν αυτού» καθαιρείται ο ανάλγητος κληρικός που δεν συνδράμει τον φτωχό συνάδελφό του. Κατά τον αγ. Νικόδημο τον Αγιορείτη σ’ αυτόν που αποστερεί το μισθό του εργαζόμενου, πρέπει να επιβάλλονται τα επιτίμια που επιβάλλονται στον φονιά.

β΄ Η νομιμότητα της ταξικής κοινωνίας 

Δεν έχουν λείψει μέσα στην ιστορία απόψεις θεολογούντων ότι τάχα η ταξική κοινωνία είναι θέλημα Θεού, ότι οι πλούσιοι έχουν οριστεί από τον Θεό για να διαχειρίζονται τα υλικά αγαθά και ότι η ιδιότητα του φτωχού δίνεται επίσης από τον Θεό για να έχουν ορισμένοι άνθρωποι την πολύτιμη ευκαιρία να ασκούνται στην υπομονή.

Σε ορισμένα βιβλία της Π.Δ. ο πλούτος είναι ταυτόσημος με την αδικία. σε άλλα, εν τούτοις, εμφανίζεται ως θεία επιβράβευση της ανθρώπινης ευσέβειας. Στην Κ.Δ., όμως, αυτή η δεύτερη αντίληψη απουσιάζει. Η ευθύνη για την οικονομική ανισότητα προσγράφεται στους ανθρώπους.

Οι πατερικές θέσεις, στη συνέχεια, προσφέρουν τη βάση για μια ριζική αμφισβήτηση της ταξικής κοινωνίας. Όχι μόνο δεν την εκλαμβάνουν ως θέλημα Θεού, αλλά – αντιθέτως – τη θεωρούν ως μία από τις ολέθριες συνέπειες της πτώσης του ανθρώπου, της εξόδου του από την αρχική, παραδείσια αρμονία. Η φτώχεια, ο πλούτος και η δουλεία εισέβαλαν στην ανθρωπότητα όπως εισβάλλουν στον ανθρώπινο οργανισμό οι αρρώστιες. Ο νόμος, συνεπώς, τον οποίο πρέπει να δέχεται ο χριστιανός, δεν είναι ο νόμος του ισχυρού – δηλαδή η ανισότητα – αλλά του Δημιουργού – δηλαδή η ισότητα (Γρηγόριος Θεολόγος). Σειρά ολόκληρη Πατέρων από τον 4ο ως τον 11ο αι. επιμένουν ότι η γη δόθηκε από το Θεό σε όλους από κοινού κι ότι το δικαίωμα της ιδιοκτησίας (και πολύ περισσότερο η ανισότητα στην ιδιοκτησία) αποτελεί αυθαιρεσία.

Για να απαντήσει στους ισχυρισμούς των πλουσίων ότι τάχα δεν αδικούν κανένα, αφού η ιδιοκτησία τους είναι σύννομη, ο Μ. Βασίλειος λέει ότι ο πλούσιος μοιάζει με εκείνον που μπαίνει πρώτος στο θέατρο, πιάνει όσα άδεια καθίσματα μπορεί και κατόπιν δεν αφήνει να καθίσουν εκεί αυτοί που μπαίνουν μετά. Για να αντιληφθούμε τη ριζοσπαστικότητα των θέσεων αυτών, ας σκεφτούμε ότι διατυπώθηκαν σε εποχές δεσποτείας του ρωμαϊκού δικαίου, το οποίο είχε αποθεώσει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας.

γ΄ Το άλλοθι της ελεημοσύνης 

Στην ελεημοσύνη η Εκκλησία βλέπει μια πολύτιμη δυνατότητα του ανθρώπου: το άνοιγμα στον άλλον και τη διάθεση για από κοινού μετοχή στα αγαθά. Εδώ, ωστόσο, καραδοκεί ένας κίνδυνος. Η ελεημοσύνη μπορεί να καταντήσει άλλοθι της κοινωνικής αδικίας, ιδίως όταν ασκείται από αυτόν που προκάλεσε το πρόβλημα. «Ποιο είναι το όφελος, αν δημιουργείς πολλούς φτωχούς με την εκμετάλλευση και ανακουφίζεις έναν με την ελεημοσύνη; Αν δεν υπήρχε το πλήθος των εκμεταλλευτών, δεν θα υπήρχε ούτε το πλήθος των εξαθλιωμένων» (Γρηγόριος Νύσσης).

Η ματιά των Πατέρων αναζητεί τη ρίζα της κοινωνικής κακοδαιμονίας, κι όχι απλώς μερικά παυσίπονα. Η ένσταση που διατύπωσε ο Αστέριος Αμασείας (τέλη 4ου αι.), αποτελεί μόνιμο αγκάθι στη συνείδηση του εκκλησιαστικού ανθρώπου: Είναι απίθανο να συσσωρευτεί τεράστιος πλούτος δίχως αμαρτία, δίχως την εξαθλίωση και τον πόνο των άλλων. Κάθε ομοιότητα προς σύγχρονες πολυεθνικές που αναπτύσσουν ποικίλο «φιλανθρωπικό» έργο, δεν είναι καθόλου συμπτωματική!

Από τη θεώρηση αυτή πηγάζει και μια εκκλησιαστική ρύθμιση, η οποία απογυμνώνει την υστερόβουλη ελεημοσύνη από το προσωπείο της και, ταυτόχρονα, κλείνει το δρόμο σε όσους επιδιώκουν μέσω αυτής τη μεταφυσική δικαίωση των ανομιών τους. Απαγορεύτηκε στους κληρικούς να δέχονται για τις εκκλησίες τους δωρεές πλουσίων εκμεταλλευτών. Πρόκειται για μια ρύθμιση η οποία (όπως και άλλες) μάλλον απίστευτη θα φαινόταν σήμερα.

Ήδη στην Π.Δ. επισημαίνεται ότι «όποιος προσφέρει μια θυσία με των φτωχών τα χρήματα, είναι σαν να θυσιάζει ένα παιδί μπροστά στα μάτια του πατέρα του» (Σοφ. Σειρ. 34:20). Το έργο «Διαταγαί των Αγίων Αποστόλων» (4ος αι.) ζητεί από τους επισκόπους να θεωρούν μυσαρές τέτοιες δωρεές και να τις αποποιούνται, ακόμα κι αν η συγκεκριμένη εκκλησία βρίσκεται σε ένδεια και κινδυνεύει να καταστραφεί. Δεν μπορεί ο Θεός να γίνει συνένοχος ληστών και αρπακτών (Μ. Βασίλειος).

δ΄ Για μια θεολογία της διεκδίκησης

Ο αγ. Διάδοχος Φωτικής (5ος αι.) παρατηρεί ότι η στάση ζωής του Χριστιανού νοηματοδοτείται όχι από την οργή, αλλά από την αγάπη, ακόμη και προς αυτούς οι οποίοι τον αδικούν. Η διατύπωση αυτή θα έβρισκε, φαντάζομαι, σύμφωνους και τους σημερινούς θρησκευόμενους. Μόνο που αυτοί θα έβαζαν εδώ τελεία, ενώ ο Διάδοχος συνεχίζει σε κάτι πολύ ενδιαφέρον: Είναι λάθος να νομίζουμε πως η οργή οφείλει να λείψει ολότελα από τη ζωή του Χριστιανού. Αυτό το οποίο ξεριζώνει ο πιστός, είναι ο στρεβλός προσανατολισμός της, δηλαδή η χρήση της για την ικανοποίηση του εγωισμού του. Αν η οργή φανερώνει έγνοια για τον άλλον, είναι θεμιτή.

Είναι χαρακτηριστικό στη συνάφεια αυτή ένα περιστατικό από την Π.Δ. Όταν ο Θεός ετοίμαζε μέσω του Μωυσή τους Εβραίους να αναχωρήσουν από την Αίγυπτο, τους συμβούλεψε να δανειστούν από τους Αιγυπτίους χρυσά και ασημένια σκεύη και ρουχισμό, όχι όμως με την προοπτική να τα επιστρέψουν αργότερα, αλλά να τα παρακρατήσουν (Εξ. 11:2, 12:35~36). Για τον αγ. Ειρηναίο Λυώνος η συμβουλή του Θεού προς τον εβραϊκό λαό υπογραμμίζει το δικαίωμα του εργαζόμενου να διεκδικεί τα δίκαιά του. Οι Εβραίοι δεν έκαναν τίποτα άλλο παρά να εισπράξουν ένα μέρος των απλήρωτων κόπων τους, με τους οποίους οι Αιγύπτιοι είχαν πλουτίσει στο πολλαπλάσιο.

ε΄ Απέναντι σε μια αλλιώτικη ειδωλολατρία 

Ο Χρυσόστομος κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα επισήμανση στην παραβολή του φτωχού Λαζάρου και του πλούσιου (Λουκ. 16:19~31). Ο Χριστός μας δίνει μεν το όνομα του φτωχού, αφήνει όμως ανώνυμο τον πλούσιο. Γιατί; Διότι όποιος επιδίδεται σε αρπαγές και σε πλουτισμό είναι λύκος κι όχι άνθρωπος. Ο δε Παύλος δεν ορίζει την πλεονεξία ως ένα παράπτωμα ηθικιστικού τύπου ή ως κάτι δευτερεύον, αλλά ως ειδωλολατρία (Κολοσ. 3:5). Ποιος είπε ότι το ευαγγέλιο αγνοεί την ύπαρξη των γιάππις;

Η Ορθόδοξη Θεολογία δεν συμμερίζεται το προτεσταντικό δόγμα του απόλυτου προορισμού, το οποίο απολήγει στην πεποίθηση ότι οι εκλεκτοί του Θεού γίνονται επιτυχημένοι κεφαλαιοκράτες (βλ. Max Weber: Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού).

στ'  Το κοινωνικό περιεχόμενο του Χριστιανικού δόγματος

Ο Χριστός συγκρούστηκε με τις δυνάμεις του κακού και της φθοράς σε κάθε τους μορφή. Διωγμένος και σταυρωμένος ο ίδιος, ταύτισε ρητά τον εαυτό του με τους αδύναμους και τους διωκόμενους, με τους αλλοδαπούς και τους φυλακισμένους και, ταυτόχρονα, ταύτισε την αλληλεγγύη προς αυτούς με την αλληλεγγύη προς αυτόν τον ίδιο.
Μέσα στην πολύμορφη ιστορική όδευση, η Εκκλησία οφείλει να κρατά εναργές το όραμά της και να κομίζει μια σύστοιχη πρόταση ζωής. Όποτε λησμονεί ή απεμπολεί το ίδιο της το όραμα, γίνεται τύραννος του ανθρώπου, φυλακή του Θεού και προδότης του εαυτού της. Αντίθετα, όποτε τάσσεται στο πλευρό των θυμάτων και μπολιάζει την ιστορία με δικαιοσύνη, αλληλεγγύη κι ελευθερία, προξενεί ρωγμές στις ταφόπλακες της κοινωνίας για να περάσει στο σήμερα το φως των Εσχάτων.

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου
Aποσπάσματα από το βιβλίο
"Κοινωνική δικαιοσύνη και ορθόδοξη θεολογία, Μία προκήρυξη"
Eκδ. Ακρίτας 2001.



Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013





"Δεν πουλώ ύφος, στυλ, λογοτεχνία. Δεν γράφω διηγήματα. Καταθέτω γεγονότα και συμπτώματα της εποχής που ζω. Όλα όσα γράφω συνέβησαν. Σε μένα ή σε άλλους. Χρόνια τώρα σπαταλιέμαι, παρακολουθώντας όλα κι όλους.

Η ζωή περνά από μέσα μου, με διαποτίζει με την ασκήμια της, με γεμίζει λύσσα με την αδικία της την οργανωμένη, με ταπεινώνει με την ανημποριά μου ν’ αντιδράσω, να επαναστατήσω αποτελεσματικά, να υπερασπιστώ το μαζικό μας εξευτελισμό.

Αν ξαναγινόμουν είκοσι χρόνων θα ξεκινούσα από τις κορφές των βουνών, αντάρτης, ληστής, πειρατής, ν’ ανοίξω τα μάτια εκείνων που δέχονται αδιαμαρτύρητα τη μοίρα τους, όσο και κείνων που εθελοτυφλούν. Όχι, η επανάστασή μου δε θα στρεφόταν κατά του καταστημένου και του συστήματός του, αλλά εναντίον εκείνων που το ανέχονται. Θα σκότωνα, θα τσάκιζα την κακομοιριά, την υποταγή, την ταπεινοφροσύνη.

Η γη έτσι κι αλλιώς δε χωρά άλλους ταπεινούς και καταφρονεμένους. Όπως δε χωρά άλλα φερέφωνα προκάτ επανάστασης.

Η ζωή γίνηκε πια πάρα πολύ απάνθρωπη για να την καλουπώνουμε σε σχήματα, δε μας ανήκει καν, όπως δε μας ανήκει τίποτα, από τη γη που κατοικούμε ως τα πρόσωπά μας.

Όταν ο κάθε τυχάρπαστος, ο κάθε τιποτένιος, μπορεί να μάς δέσει πάνω σε μια καρέκλα, σ’ έναν πάγκο ή σ’ ένα κρεβάτι, να μάς φτύσει, να μάς μαστιγώσει, να μάς βιάσει.

Το Σύστημα αποχαλινωμένο καλλιεργεί σκόπιμα την ασυνειδησία, την αγριότητα, το χάος, καταλύοντας το σεβασμό για τον ανθρώπινο παράγοντα. Δεν άφησε τίποτα ανεκμετάλλευτο, από το “χάσμα των γενιών” που αποκόβει τους ανθρώπους μεταξύ τους και ετοιμάζει τους αυριανούς παιδιά-καταδότες του Χίτλερ, ως την κατάργηση της οικογένειας.

Ο άνθρωπος βγαίνει στο σφυρί.

Για να μη βρίσκει το Σύστημα καμιά αντίδραση και να μπορέσει αύριο να βγάλει ελεύθερα στο σφυρί και τις πατρίδες.

Ο Παπαδόπουλος ήταν μια δοκιμή και στον ευρωπαϊκό χώρο, κατά το σύστημα των χιλιάδων πειραμάτων που πραγματοποιούνται σ’ όλες τις περιοχές του πλανήτη. Η συνταγή είναι πια κοινή: Όταν ένας λαός σηκώσει κεφάλι κατά του κυβερνήτη του, εκπρόσωπου του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, βρείτε έναν αλήτη και αναθέστε του να περάσει χειροπέδες σ’ αυτό το λαό. Κι αφήστε τον να εξουθενωθεί.

Το πιθανότερο είναι να συνηθίσει και να ζήσει εξουδετερωμένος από τριάντα μέχρι σαράντα χρόνια, όπως συνέβη στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Επειδή όμως οι καιροί αλλάζουν, τα πράματα πάνε γρηγορότερα, η συνταγή τροποποιήθηκε.

Πάρτε τα κλειδιά από τον αλήτη, δώστε τα στον παλιό κυβερνήτη και στείλτε τον να ξεκλειδώσει τις χειροπέδες. Ο λαός θα του γλείφει τα χέρια, βλέποντάς τον σαν ελευθερωτή του.

Γι’ αυτό και μεις, τα σύγχρονα πειραματόζωα, οφείλουμε να χρησιμοποιούμε πάντα τον όρο π.Χ., που θα σημαίνει τώρα πια “προ Χούντας”, και μ.Χ., “μετά τη Χούντα”. Γιατί το πείραμα πέτυχε και δεν πρέπει να το λησμονούμε ούτε στιγμή. Η Ελλάδα εκδίδεται, συνειδητά και ασύνειδα. Κι ούτε ένας αθώος. Ανεύθυνος κανένας.


Λιλή Ζωγράφου, 1978

Απόσπασμα από το βιβλίο: Επάγγελμα πόρνη, 
εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1998

1978. . .

Tι θα έγραφε σήμερα. . .


Ο Μίλτος Πασχαλίδης είχε γνωρίσει τη Λιλή Ζωγράφου στα 19 του χρόνια, όταν αυτή ήταν κάπου στα 60...Είχαν ατέλειωτες συζητήσεις. Την ερωτεύτηκε και πήρε την απόφαση να της το εξομολογηθεί. Πήγε στο σπίτι της, το βρήκε κλειστό. Είχε πεθάνει την προηγουμένη βραδιά...Της αφιέρωσε το τραγούδι που ακολουθεί. Στο τέλος τραγουδά: Η αγάπη είχε αργήσει μια μέρα. . . 










Tου χρόνου η πάλη γίνεται ορατή

στην απειλητικά υψωμένη γροθιά ενός ανθρώπου

που τον ρωτάμε τι ώρα είναι. . .





Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Σκέψεις. . .





Mεταφυσική, Σκέψη, Μύθος και Λόγος,
αναζητούν επιδέξιο Φορέα-Χειριστή

Σε μια κοινωνία  που την μαστίζει η παρακμή σε όλες της σχεδόν τις διαστάσεις,
 πως είναι δυνατό κάποιο χαρισματικό άτομο, ομάδα η τέλος το σύνολο της κοινωνίας,
 να κινητοποιήσει διεργασίες κοινωνικού μετασχηματισμού,
στον βαθμό που η αποσύνθεση χαρακτηρίζει λίγο η πολύ,
τόσο τον κάθε έναν μας ξεχωριστά, όσο και τις κοινωνικές ομάδες;

Με το παρόν κείμενο δεν φιλοδοξούμε να δώσουμε καμιά καινοφανή απάντηση, ως προς τα ζητήματα που τίθενται ήδη από τον τίτλο, αλλά στην πρόκληση ενός σχετικού προβληματισμού, μέσα από μια σειρά ερωτημάτων.
Μια από τις βασικότερες πτυχές της αλλοτρίωσής μας ως κοινωνία, είναι η απώλεια της συνείδησης της τραγικότητας της ύπαρξης, η απώθηση του χαοτικού και καταστροφικού στοιχείου που μας διέπει ως όντα, δηλαδή του βιώματος του θανάτου, προς όφελος της άμετρης παράδοσης, στον εδώ και τώρα ηδονισμό.  Η απώθηση όμως κάθε άλλο παρά λύνει το πρόβλημα, αντίθετα το επανεισάγει μεταμφιεσμένο ως ασυνείδητο ρυθμιστικό παράγοντα της ατομικής και συλλογικής μας ζωής. Αυτή η υπόθεση θα μπορούσε να φωτίσει πολλά φαινόμενα της πολιτικής  και της κοινωνίας στη σύγχρονη Ελλάδα όπως και στο σύνολο του Δυτικού κόσμου.  Αλλά η ψυχική διάσταση δεν θα είχε καμιά απολύτως σημασία και  δυναμική, εάν ένα ολόκληρο κοινωνικό σύστημα, με την ιδιαίτερη άρθρωση των θεσμών και των λειτουργιών του, δεν την ενσωμάτωνε και δεν επένδυε  σε αυτήν. Εάν λοιπόν θέλουμε να φωτίσουμε τις αιτίες που οδηγούν σε όλες αυτές τις συνέπειες και δεν σταθούμε απλά στην συμπτωματολογία, που έχει βέβαια την αξία της, αλλά μόνο ως σημείο ενός πολύ βαθύτερου πράγματος, θα πρέπει να εστιάσουμε στις κυρίαρχες κοινωνικές σημασίες, εντός και δια μέσου των οποίων αντλεί νόημα η καθημερινή μας σκέψη και πράξη.
Το ερώτημα που προβάλει μετά από αυτά είναι, τι είδους νόημα προμηθεύουν οι σύγχρονες κοινωνίες τα μέλη τους και κατά πόσο αυτό το νόημα τους εξασφαλίζει μια κάποια υπαρξιακή πληρότητα και δημιουργικότητα. Θα μπορούσαμε, ανατρέχοντας στα έργα των πρώιμων σοσιαλιστών η ακόμα και σε επιμέρους τοποθετήσεις των πατέρων της πολιτικής οικονομίας, να εντοπίσουμε ίχνη κριτικής, τα οποία κατά κάποιο τρόπο προμήνυαν τα όσα θα ακλουθούσαν στον Δυτικό κόσμο. Ο Μαρξ, ο Φρόυντ, η σχολή της Φρανκφούρτης κλπ. ο καθένας από την σκοπιά του, συστηματοποίησαν αυτή τη κριτική, για να εκφραστεί τις επόμενες δεκαετίες, από φιλοσόφους και επιστήμονες όλων των κλάδων και των ειδικοτήτων. Δεν θα πρέπει όμως να πιστέψουμε ότι η κριτική αυτή είναι ενιαία, συνεχής και αλάνθαστη. Παρά το ασυνεχές, τους τυχόν φανατισμούς, τις ατέλειές και κυρίως την ανεπίγνωστη εμφιλοχώρηση της, σε αυτό που στιγμάτιζε, είναι δυνατόν να επισημανθεί μια κεντρική κατεύθυνση, έστω και με έναν πολύ αφηρημένο τρόπο, η οποία έχει επιβεβαιωθεί και κλινικά και στατιστικά, ώστε να φαντάζει αδιάψευστη, ακόμη και για τους πλέον αμετανόητους θετικιστές. Πρόκειται για την κυρίαρχη κοινωνική συνθήκη, σύμφωνα με την οποία οι υπάρχουσες κοινωνικές σημασίες, πέρα από μια αέναη κίνηση της παραγωγής και της κατανάλωσης, είναι κενή, δηλαδή αδυνατεί να παράσχει στους κοινωνούς, ένα βαθύτερο νόημα ζωής, έναν αξιακό προσανατολισμό της κοινωνικής δράσης και έναν ικανοποιητικό λόγο, για τη μετοχή τους, σε πολύπλοκα δίκτυα προσωπικών και απρόσωπων σχέσεων.
Στο σημείο αυτό θα διακινδυνεύσουμε την υπόθεση, ότι οι γενικότερες εξελίξεις στο επίπεδο του πολιτισμού, οδήγησαν αρχικά στη διαφοροποίηση και στη συνέχεια στον κατακερματισμό και στην ακοινωνησία των ταυτοτήτων, των επιμέρους κοινωνικών δομών. Αυτός ο κατακερματισμός βρίσκει το αντίστοιχό του, τόσο σε αντικειμενικές καταστάσεις, όσο και σε υποκειμενικά βιώματα. Πράγματι μια κοινωνία για να υπάρξει με έναν βιώσιμο τρόπο, δηλαδή εξασφαλίζοντας ένα ελάχιστο όριο αναπαραγωγής, λειτουργικότητας και ικανοποίησης ως προς τα μέλη της, θα πρέπει να κατοχυρώνει πρώτα και κύρια την ταυτοτική της ενότητα. Να αντιμετωπίζει τον εαυτό της εντός του ιστορικού γίγνεσθαι, αναγνωριστικά ως προς το παρελθόν, δημιουργικά ως προς το παρόν, και σχεδιαστικά ως προς το μέλλον. Η ταυτοτική αυτή ενότητα, είναι ένας πρώτος προσδιορισμός στα ανελαστικά, για να χρησιμοποιήσω μια έννοια του οικονομικού συρμού, για την ανθρωπότητα, ερωτήματα της ύπαρξης, της ζωής και του θανάτου, του χάους και της αρμονίας, του λογικού και του παραλογου, του πεπερασμένου και του επέκεινα. Στο σημείο αυτό θα χρειαστεί να σημειώσουμε εμφαντικά, ότι ο αδιαφιλονίκητος, για την κυρίαρχη ιδεολογία της επιστήμης και φιλοσοφίας, ορθολογικός χαρακτήρας της πραγματικότητας, είναι και αυτός αποτέλεσμα των πολιτισμικών διαδικασιών του κατακερματισμού, που παρουσιάσαμε πιο πάνω και ο οποίος περνώντας από τα διάφορα στάδια προοδευτικής αποστέωσης της σκέψης από τον μεταφυσικό της προβληματισμό, καθώς και από την κατακρήμνιση των μυθολογικών ερμηνευτικών της μέσων, κατέληξε σε έναν μη γόνιμο και βραχυκυκλωτικό μηδενισμό. Συνοπτικά το είναι, για την παραδοσιακή σκέψη, υπάρχει μόνο στον βαθμό που είναι καθορισμένο, εάν δεν είναι καθορισμένο δεν είναι τίποτα. Με την θέση αυτή όμως πετάμε στα σκουπίδια η απλά αγνοούμε ότι υφίσταται έξω  και διαπερνά τον ορθολογικό καθορισμό, όπως και τα εργαλεία με τα οποία μπορούμε να σκεφτούμε και να επεξεργαστούμε όλα αυτά τα αντικείμενα, από τον φυσικό κόσμο, έως την ψυχή και την κοινωνία.
Μια απάντηση στο φλέγον ζήτημα του πολιτισμικού μας κατακερματισμού, θα μπορούσε να δοθεί με τη μορφή του ακόλουθου ερωτήματος: Μήπως για να αρθούν οι αιτίες της παρακμής αυτής, θα πρέπει να δούμε από την αρχή την αξία της πλήρους σκέψης, που στοιχειοθετούν από κοινού η μεταφυσική, ο μύθος και ο λόγος; Σίγουρα αυτή η ενότητα δεν είναι αυτονόητη, ούτε ισοβαρής για κάθε κοινωνία. Ελάχιστα είναι τα παραδείγματα κοινωνιών που το κατάφεραν αυτό, μια από αυτές ήταν και η Αθηναϊκή δημοκρατία της κλασσικής περιόδου. Στις υπόλοιπες έχουμε την κυριαρχία του ενός η του άλλου μέρους, με την πλάστιγγα να γέρνει υπέρ της μεταφυσική και κυρίως του μύθου (εδώ περίοπτη θέση κατέχουν οι μάγοι, οι ιερείς και οι πολεμιστές), ενώ ο λόγος θα περιοριστεί σε μια καθαρά συνδυαστική χρήση μεταξύ μέσων και σκοπών, απαραίτητων για την επιβίωση αυτών των κοινωνιών. Αντίθετα στον σύγχρονο Δυτικό πολιτισμό, η μεταφυσική και ο μύθος αποσύρθηκαν, ως παραδοσιακά και γραφικά δεδομένα αλογίας, στην ιδιωτική ζωή, μετουσιωμένα σε καταναλωτικά πολιτιστικά προϊόντα, αφήνοντας να αλωνίζει ελεύθερος ο ορθολογισμός, στον δημόσιο και επίσημο χώρο, αποκρύπτοντας ταυτόχρονα και από  τον εαυτό, την αλογία που ο ίδιος φέρει, όντας αποκομμένος από τη μεταφυσική σκέψη και τον μύθο.  Πιθανολογούμε πως η άρση όλων αυτών των αδιεξόδων προϋποθέτει μια νέα κοινωνική ταυτότητα, που να προσανατολίζει και να συντονίζει την κοινωνική πρακτική προς έναν η περισσότερους κοινωνικούς σκοπούς, παρέχοντας ταυτόχρονα τους όρους νοηματικής και εμπειρικής πραγμάτωσης, για τον κάθε έναν κοινωνό ξεχωριστά.  Ο συμβολισμός σε αυτό το επίπεδο έχει μεγάλη βαρύτητα, καθώς μόνο μια γενικού χαρακτήρα αναπαράσταση, δηλαδή  μια κεντρική φαντασιακή απάντηση, που θα ενοποιεί όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού, φυσικού και ψυχικού κόσμου και θα παροντοποιεί λειτουργικά και δημιουργικά τη σχέση  ζωής και θανάτου, μπορεί να σταθεί στο ύψος μιας από την αρχή θεσμιζόμενης κοινωνίας.  Σε αυτό το σημείο η μεταφυσική σκέψη, ο μύθος και λόγος, συνιστούν τα σημαντικότερα εργαλεία επεξεργασίας.
Ποιoς όμως θα μπορούσε να είναι επιδέξιος χειριστής όλων αυτών; Σε μια κοινωνία που θέτει από την αρχή  η πρέπει να θέσει από την αρχή τον ίδιο της τον εαυτό; Για να το πάμε παρακάτω σε αυτή τη περίπτωση, τι σημαίνει αυτή καθ΄ εαυτή η έννοια της ικανότητας και του νοήματος; Έτσι το πρόβλημα από αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινά και δυστυχώς οι απαντήσεις που έχουμε από τους μεγαλύτερους στοχαστές του παρελθόντος και της εποχής μας δεν είναι ικανοποιητικές. Ας θέσουμε το ζήτημα υπό την εξής μορφή: Αποδεχόμαστε ότι η κοινωνία αντιμετωπίζει τους όρους της ίδιας της, της αποσύνθεσης. Οι επεξεργασμένες απαντήσεις σχετικά με τον αναγκαίο κοινωνικό μετασχηματισμό  θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν σε τρεις βασικούς τύπους:
1) Ο μετασχηματισμός θα προέλθει μέσα από την μεμονωμένη ατομική διεργασία του ανθρώπου( ατομική ηθική), το κάθε υποκείμενο θα αναμορφώσει προς την ορθή κατεύθυνση τον εαυτό του. Αθροιστικά λοιπόν, για όλα τα υποκείμενα μια τέτοια διαδικασία θα έχει θετικά κοινωνικά αποτελέσματα. Η κριτική που θα μπορούσαμε να ασκήσουμε σε αυτήν την θέση είναι εκτενέστατη, θα περιοριστούμε απλά να υπενθυμίσουμε, πως η κοινωνία δεν είναι απλά ένα άθροισμα ατόμων, αλλά ένα σύνολο ανθρώπων διαμεσολαβούμενο και αναδυόμενο μέσα από ποικίλες σχέσεις υποκειμένων και αντικειμένων. Το μεμονωμένο άτομο θα επηρεαστεί  πολύ περισσότερο από τις κοινωνικές δομές, από ότι θα τις επηρεάσει, καθώς αυτές ορίζουν τις προϋποθέσεις για την εν κοινωνία παρουσία του.

2) Στον δεύτερο τύπο μπορούν να κατηγοριοποιηθούν οι θέσεις που βλέπουν ότι η λύση στο πρόβλημα του κοινωνικού μετασχηματισμού θα προέλθει, είτε από κάποιον  χαρισματικό ηγέτη, είτε από μια προωθημένη-φωτισμένη κοινωνική ομάδα. Η κριτική μας εδώ είναι περιττό να ασκηθεί, την έχει ασκήσει η ιστορία με πλείστα παραδείγματα. Άλλωστε τίποτα δεν μπορεί να εγγυηθεί εκ των προτέρων την αυθεντία και το χάρισμα του ηγέτη η της κοινωνικής ομάδας, όπως άλλωστε και το γεγονός, ότι όταν τεθούν επικεφαλής αυτοί, θα συνεχίσουν να αντιπροσωπεύουν την κοινωνία και όχι τα ιδιοτελή τους συμφέροντα.

3) Ο τελευταίος τύπος φιλοξενεί θέσεις σύμφωνα με τις οποίες, η κίνηση-πανουργία (χεγκελιανά) της ιστορίας, θα επιφέρει εκείνες τις συντριπτικές αλλαγές στις συνειδήσεις, όπου σχεδόν αυτόματα, οι μάζες θα κινητοποιηθούν για να μετασχηματίσουν την κοινωνική πραγματικότητα. Άρα η δραστηριοποίηση των μαζών για την κοινωνική αλλαγή, αντανακλά τον ήδη συντελεσμένο μετασχηματισμό των κοινωνικών δομών.  Αυτή όμως η άποψη παρόλο που τονίζει ορθά, την σχετική αδυναμία προγραμματισμού των κοινωνικών διαδικασιών, αφαιρεί από τη θεωρητική της προοπτική, τη δημιουργική εισφορά των ανθρώπων στο κοινωνικό μόρφωμα, με αποτέλεσμα  τέτοιου είδους απόψεις, να  τείνουν σε μια διδασκαλία κοινωνικής μοιρολατρίας και άρα αναπαραγωγής της υφιστάμενης κατάστασης.
Όλες οι μεγάλες φιλοσοφικές και κοινωνιολογικές αφηγήσεις για το συγκεκριμένο πρόβλημα ερωτοτροπούν, άλλες περισσότερο άλλες λιγότερο, άλλες φανερά, άλλες συγκεκαλυμμένα  και με τους τρεις αυτούς τύπους, τη στιγμή που επίσημα υπερτονίζουν  μόνο έναν από αυτούς. Ουσιαστικά επανακάμπτει το αιώνιο δίπολο μεταξύ δομής και δράσης, που αντικατέστησε ίσως στις διχασμένες συνειδήσεις μας, τον αρχαίο δυισμό μεταξύ σώματος και ψυχής, ως εάν η ανθρώπινη σκέψη είναι καταδικασμένη στον διαρκή διπολισμό. 
Θα κλείσουμε θέτοντας ένα κομβικό ερώτημα που καταδεικνύει την ουσία όλων μας των σχετικών  προβληματισμών. Σε μια κοινωνία  που την μαστίζει η παρακμή σε όλες της σχεδόν τις διαστάσεις, πως είναι δυνατό κάποιο χαρισματικό άτομο, ομάδα η τέλος το σύνολο της κοινωνίας, να κινητοποιήσει διεργασίες κοινωνικού μετασχηματισμού, στον βαθμό που η αποσύνθεση χαρακτηρίζει λίγο η πολύ, τόσο τον κάθε έναν μας ξεχωριστά, όσο και τις κοινωνικές ομάδες; Πως μια κίνηση έστω και εάν προήρχετο από μια εξωτερική ως προς την συγκεκριμένη κοινωνία πρωτοβουλία, θα μπορούσε να συγκινήσει τις αλλοτριωμένες ομάδες και τα άτομα, για να υποστηρίξουν την αλλαγή, ακόμη και με τίμημα την ίδια τους τη ζωή τους;

Σωτήρης Αμάραντος
πηγή: Αντίφωνο 


Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Σκέψεις. . .





Ένας τίμιος διάλογος Χριστιανών και Αριστερών (αδοκίμως Εκκλησίας και Αριστεράς) είναι ασφαλώς αμοιβαία χρήσιμος.

O πολύς Henri de Lubac είχε πει τω καιρώ εκείνω ότι «η παρουσία του Μαρξισμού μας υποχρέωσε να ξαναθυμηθούμε τις κοινωνικές όψεις του χριστιανικού δόγματος». Για τους Αριστερούς πάλι που γαλουχούνται με την έστω παρανάγνωση του μαρξιστικού ρήματος «η θρησκεία είναι το όπιον του λαού» είναι μια πρόκληση να γνωρίσουν ότι η πίστη που πραγματώνει το «ιδού καινά ποιώ τα πάντα» μάλλον δεν είναι όπιο, αλλά η ζύμη για την μεταμόρφωση του κόσμου σε κόσμο δικαιοσύνης, αγάπης και ελευθερίας.

Συχνά κυριαρχεί μια ατελής εκατέρωθεν γνώση.των μεν για τους δε. Μπορεί με τον διάλογο να αρθεί. Δεν μιλάμε για κοσμοθεωριακή σύγκλιση, όμως σε ένα κόσμο που υπερπερισσεύει ο πόνος και η δυστυχία υφίστανται αφάνταστα.περιθώρια συμπόρευσης και συνεργασίας.για την αντιμετώπιση του κακού. Οι περισσότεροι αριστεροί έχουν ελλειμματική και ως εκ τούτου στρεβλή γνώση του μηνύματος του Ευαγγελίου. Η περί Χριστιανισμού γνωσιολογία τους εξαντλείται στα όσα άκουσαν και όπως τα άκουσαν από τα κακοποιημένα θρησκευτικά που τους δίδαξε πολλές φορές κάποιος που δεν πίστευε στο περιεχόμενό τους γι΄ αυτό και η εμμονή τους στην μετατροπή του μαθήματος σε θρησκειολογικό. Ζούμε άλλωστε στην εποχή του αυτάρεσκου μηδενισμού. Ποιος στα αλήθεια τους έμαθε ποτέ ότι το κοινωνικό ιδεώδες της Ορθοδοξίας είναι μετακαπιταλιστικό, μετασοσιαλιστικό, μετακομμουνιστικό και μετα-μοντέρνο; Ποιος τους έδειξε ότι το ευαγγελικό ιδεώδες είναι αριστερότερα από τον κάθε λογής κοινωνικό αριστερισμό; Με τέτοιες αφετηρίες ευλόγως οι Αριστεροί τοποθετούνται στους απέναντι.

Είναι οι γνωσιολογικές περί Χριστιανισμού προϋποθέσεις των ανθρώπων της Αριστεράς λιγοστές και κατά περίπτωση στρεβλές. Γι΄ αυτό ένας σωστός διάλογος μπορεί να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Άλλωστε ο αριστερός αθεϊσμός δεν είναι μεταφυσικός, αλλά μεθοδολογικός. Μ’ αυτήν την έννοια δεν αρνείται την πραγματικότητα του Θεού, δεδομένου ότι αυτή προσεγγίζεται με την πίστη που δεν τη διαθέτει. Η πίστη δεν επιδέχεται απόδειξη, αν την επιδέχονταν θα μετέπιπτε αυτομάτως σε απλή γνώση.

Το χριστιανικό όραμα είναι η απελευθέρωση από την αμαρτία, αλλά και τις κοινωνικές συνέπειές της (αδικία, δουλεία, πόλεμος κ.τ.λ.). Χριστιανικά δεν υπάρχει ιδιωτική σωτηρία. Απάνθρωπα κατά καιρούς καθεστώτα και ο αχαλίνωτος νεοφιλελευθερισμός που ρέπουν στην ιδιωτικοποίηση των πάντων, στρεβλώνουν την επαγγελία της δημόσιας και κοινωνικής διάστασης  της σωτηρίας. Η βιβλική παράδοση θέλει την ελευθερία, ειρήνη, δικαιοσύνη και καταλλαγή. Η Εκκλησία είναι φορέας και της εγκόσμιας ελπίδας των ανθρώπων. Αλλιώς τι σημαίνει ότι η εργασία ανάγεται σε μοναδική πηγή εισοδήματος, «ει τις ου θέλει εργάζεσθαι μηδέ εσθιέτω»; (Παύλος, Β΄ Θεσσαλονικείς 3,10). Η αμετάκλητη καταδίκη των σφετεριστών της υπεραξίας: «ιδού ο μισθός των εργατών των αμησάντων τας χώρας υμών ο απεστερημένος αφ’ υμών και αι βοαί των θερισάντων εις τα ώτα Κυρίου Σαβαώθ εισεληλύθασιν»(Ιακ. 5,4).

Στα απελευθερωτικά κοινωνικά μηνύματα Εκκλησίας και Αριστεράς έχουμε απλώς μια διαφορά νοήματος για το ίδιο έργο. Εύγλωττο το ακόλουθο παράδειγμα: Τρεις άνθρωποι δουλεύουν σε ένα έργο, οι απαντήσεις τους στην ερώτηση τι κάνουν είναι η εξής:

-Ιδρώνω
-Βγάζω το ψωμί μου.
-Χτίζω μιαν Εκκλησιά!

Ο Χριστιανός ιδρώνοντας για να βγάλει το ψωμί του χτίζει μιαν Εκκλησιά!


Με την κατάρρευση του μαρξιστικής επίκλησης Υπαρκτού σοσιαλισμού:


α)Το ρήγμα δεξιά – αριστερά έχει εν πολλοίς επιχωματωθεί. Κατά Καστοριάδην «τόσο η δεξιά όσο και η αριστερά λένε πια τα ίδια πράγματα».

β)Δεν υπάρχουν αριστερές και δεξιές δημοκρατίες αλλά μόνο δεξιές και αριστερές δικτατορίες. Η δημοκρατία είναι μία. Είναι «το ήκιστα μοχθηρόν» πολίτευμα κατ’ Αριστοτέλην.

γ)Επειδή σε ένα αεροπλάνο που πέφτει και σε ένα καράβι που βουλιάζει δεν υπάρχουν άθεοι, έστω προς γνώσιν των δηλούντων αθεΐα και των Χριστιανών ότι τον Χριστό δεν τον σταύρωσαν οι άθεοι, αλλά οι Φαρισαίοι το ιερατείο της εποχής.


Στέλιος Παπαθεμελής

Από τη Συνάντηση


«Εκκλησία και Αριστερά»

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 






Μιλά άπταιστα τη γλώσσα των αριθμών.
Ακούστε τον.

Πτωμάτων ευτυχισμένων μπόχα γνώριμη,
μας πήρε πάλι.