Η προσδοκία του ταξιδιού

Θα προσπαθήσουμε να ταξιδέψουμε στο κυανού της τέχνης και του πολιτισμού, όπου εκείνο που βαραίνει περισσότερο στις εκτιμήσεις μας είναι ακριβώς η έλλειψη βαρύτητας. Θα προσπαθήσουμε να επικοινωνούμε με το τηλεγραφείο των σκέψεων, με γλώσσα που περνάει από το τρυπητό που αφήνει απ΄έξω τα απόφλουδα...Με την ελπίδα να υπάρξουν ρινίσματα χρόνου που θα ψιθυρίσουμε: Λίγο θέλω ακόμη για ν΄αποσπαστώ από το έδαφος και να παίξω με τις πατούσες μου μιαν άλλου είδους κιθάρα...

Η εντοπισμένη εδώ προσδοκία είναι η αλληλεπίδραση μας με επίγνωση της αδυναμίας, με φορείς αλληλεπίδρασης, αναγκαίους κατά τη Φυσική, σκέψεις, εικόνες, ήχους που προσφέρουν Αυτοί που μας δείχνουν πόσο λανθασμένα, ίσως, συλλάβαμε την δωρεά της ζωής. Έρανος σκέψεων, λοιπόν, ήχων που παράγουν εικόνες που δεν τις βλέπουν τα μάτια, εικόνων που παράγουν ήχους που δεν τους ακούν τα αυτιά, και μοιρασιά της συγκομιδής. Με τιμή στην ατίμητη τιμή αυτών των διαλεχτών της τέχνης και του πολιτισμού που απλόχερα τα προσφέρουν...

Ας ζήσουμε τουλάχιστον την προσδοκία του ταξιδιού, που είναι πιο σημαντική από την πραγματοποίησή του. . .


Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

heraclitus
Ο Ηράκλειτος είχε τελικά γυρίσει την πλάτη του στους συνανθρώπους του. Μία πλάτη που έμοιαζε γεμάτη αγκά­θια.

Φοβόντουσαν τις τσουχτερές απαντήσεις του, τις καυστικές παρατηρήσεις του, και κυρίως τα πύρινα βέλη του, γιατί η σκέψη του είχε μιαν ακούραστη και επικερδή συναλλαγή με τη φωτιά. Στους συμπολίτες του, που, στα μάτια του, κυλιόντουσαν στο βούρκο της εύκολης ζωής, είχε αρνηθεί να δώσει το σύστημα νόμων που είχαν ζητήσει, «Θα έπρεπε να κρεμαστείτε και να αφήσετε την Πόλη σας στα παιδιά». Όσο κι αν περιφρονούσε τους ανθρώ­πους, ο Ηράκλειτος αγαπούσε πραγματικά τη συντροφιά των παιδιών. Μάλιστα μία μέρα αποσύρθηκε στο ναό της Άρτεμης, για να παίξει κότσια μαζί τους.

Οι Εφέσιοι είχαν καταλήξει να μη δίνουν πια μεγάλη σημασία στις επιπλήξεις του. Χωρίς αμφιβολία ο φιλόσοφος είχε δίκιο να προσπαθεί, κάνοντας μια συνετή ζωή, να διαφυλάσσει τη φωτιά από την οποία προέρχεται η ψυ­χή. Δεν είχε βέβαια άδικο να σπρώχνει τους συμπολίτες του προς την αρετή. Αλλά πόσο κακό υπάρχει στην καλο­πέραση, την οποία ίσως να μην γευτούν στον Άδη;

Κι όμως, όταν οι Πέρσες πολιορκούν την Πόλη, αρχίζουν να φαντάζονται τις στερήσεις που θα έρθουν. Ορι­σμένοι θυμίζουν τα ξεχασμένα λόγια του σοφού, που έχει σωπάσει εδώ και πολύ καιρό. Τίποτα δεν πετυχαίνουν. Οι Εφέσιοι ενδίδουν στις αδυναμίες τους, κατά τη συνήθειά τους. Ο πόλεμος είναι ένα αρκετά μεγάλο κακό, δεν χρει­άζονται άσκοπες στερήσεις.

Αλλά οι Πέρσες δεν κουράζονται. Η πολιορκία διαρκεί, διαιωνίζεται. Τα αποθέματα αδειάζουν. Έχοντας λά­βει τη διαταγή να βρουν μία λύση, οι υπεύθυνοι της Πόλης ανεβαίνουν ο ένας μετά τον άλλο στο βήμα. Οι γεμάτοι υπεροψία λόγοι τους υποδεικνύουν ενόχους. Αυτοί που κυβερνούσαν άλλοτε την Πόλη άφησαν τα πράγματα να φτάσουν σε αυτό το σημείο. Νάτοι τώρα παραδομένοι στο εκδικητικό μένος του λαού. Η ατίμωση πέφτει πάνω σ’ αυ­τούς που οδήγησαν την Πόλη σε αυτό το αδιέξοδο!

Μέσα από αυτές τις ατελείωτες φιλονικίες καμία πρότα­ση δεν ακούγεται. Τότε, ξεπροβάλλει από τη συνέλευση ένας άνδρας με επιβλητικό παράστημα, ο οποίος προχωρεί προς το βήμα και το ανεβαίνει με κινήσεις αρκούδας. Μερι­κοί αναγνωρίζουν τη φωνή της συνείδησής τους, τον Ηρά­κλειτο. Οι πιο νέοι, που δεν τον έχουν ακόμα ποτέ ακούσει να γιουχαΐζει την Έφεσο, ανακαλύπτουν αυτή τη ζωντανή δύναμη που προβάλλει από την άλλη πλευρά του χρόνου.

Μπροστά σ ένα ακροατήριο που η ταραχή του βρισκό­ταν στο κατακόρυφο, ο Ηράκλειτος ακουμπά πάνω στο βήμα ένα κύπελλο γεμάτο νερό και ρίχνει μέσα μία χού­φτα αλεύρι και κριθάρι. Εφοδιασμένος με ένα κλαδάκι που έβγαλε από το πανωφόρι του, αρχίζει να φτιάχνει ένα χυλό. Γιατί αυτή η γελοία σκηνοθεσία;

Έχοντας παρατήσει το κλαδάκι, αρχίζει τώρα να ανακα­τεύει με το δάχτυλο το πλιγούρι από κριθάρι. Πότε πότε, ρί­χνει μια ματιά στο ακροατήριο που κρατάει την αναπνοή του. Θα έλεγε κανείς ότι, σιωπηλά, το λοιδορεί. Μόλις πέτυ­χε αυτό που ήθελε, πλησιάζει την κούπα στο στόμα του και, με το δάχτυλο πάντα, δοκιμάζει το γεύμα που ετοίμασε. Για μία στιγμή ένα χαμόγελο φωτίζει το αυστηρό του πρόσωπο. Αφού καθαρίζει την κούπα και γλείφει το δάχτυλό του, ο φι­λόσοφος φεύγει έτσι όπως είχε έρθει. Αυτή ήταν η τελευ­ταία πολιτική παρέμβαση του Ηράκλειτου.


Σε αυτούς που απορούσαν για το γεγονός ότι ένα μά­θημα φιλοσοφίας μπόρεσε να μεταδοθεί χωρίς ούτε μία λέξη, σε αυτούς που αναρωτιούνταν γιατί προτίμησε να σωπάσει, θα είχε απαντήσει: 
«Για να φλυαρείτε εσείς».

Ροζέ - Πολ Ντρουά, Ζαν - Φιλίπ ντε Τονάκ 
 "Είναι τρελοί αυτοί οι σοφοί!"
Αντικλείδι



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου