Η προσδοκία του ταξιδιού
Θα προσπαθήσουμε να ταξιδέψουμε στο κυανού της τέχνης και του πολιτισμού, όπου εκείνο που βαραίνει περισσότερο στις εκτιμήσεις μας είναι ακριβώς η έλλειψη βαρύτητας. Θα προσπαθήσουμε να επικοινωνούμε με το τηλεγραφείο των σκέψεων, με γλώσσα που περνάει από το τρυπητό που αφήνει απ΄έξω τα απόφλουδα...Με την ελπίδα να υπάρξουν ρινίσματα χρόνου που θα ψιθυρίσουμε: Λίγο θέλω ακόμη για ν΄αποσπαστώ από το έδαφος και να παίξω με τις πατούσες μου μιαν άλλου είδους κιθάρα...
Η εντοπισμένη εδώ προσδοκία είναι η αλληλεπίδραση μας με επίγνωση της αδυναμίας, με φορείς αλληλεπίδρασης, αναγκαίους κατά τη Φυσική, σκέψεις, εικόνες, ήχους που προσφέρουν Αυτοί που μας δείχνουν πόσο λανθασμένα, ίσως, συλλάβαμε την δωρεά της ζωής. Έρανος σκέψεων, λοιπόν, ήχων που παράγουν εικόνες που δεν τις βλέπουν τα μάτια, εικόνων που παράγουν ήχους που δεν τους ακούν τα αυτιά, και μοιρασιά της συγκομιδής. Με τιμή στην ατίμητη τιμή αυτών των διαλεχτών της τέχνης και του πολιτισμού που απλόχερα τα προσφέρουν...
Ας ζήσουμε τουλάχιστον την προσδοκία του ταξιδιού, που είναι πιο σημαντική από την πραγματοποίησή του. . .
Τρίτη 21 Ιουνίου 2011
Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011
ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ...
αποτυχίας.
Γνώρισαν τη θάλασσα των
κομματικών λυμάτων...
ΚΑΛΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΛΑΟ!
Τρίτη 14 Ιουνίου 2011
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ!
ΖΗΤΟΥΝ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ
@ντώνυμος
Σάββατο 11 Ιουνίου 2011
ANTIO...
Είναι το χρώμα που με τρελαίνει,
που με τρελαίνει.
Φτιάχνει στεφάνι στο πρόσωπό μου,
με σημαδεύει.
Πώς το φοβάμαι τέτοιο χρώμα,
πώς με μεθάει, πώς το μισώ,
πώς το μισώ!
Πώς νιώθω φόβο με τέτοιο χρώμα,
πώς με μεθάει, πώς το μισώ,
πώς το μισώ!
Πόθοι κλεισμένοι, φυλακισμένοι,
φυλακισμένοι.
Στο αίμα με πάθος μού φέρνουν δίψα,
μόνος καίγομαι.
Πώς νιώθω φόβο με τέτοιο χρώμα,
πώς με μεθάει, πώς το μισώ,
πώς το μισώ!
Το χρώμα σπάζει πάνω στην πέτρα,
μέσα στην άμμο.
Πάει στη μάνα, στο πένθος πάει,
με όλα ταιριάζει.
Πώς το φοβάμαι τέτοιο χρώμα,
πώς με μεθάει, πώς το μισώ,
πώς το μισώ!
Πώς νιώθω φόβο με τέτοιο χρώμα,
πώς με μεθάει, πώς το μισώ!
Πώς το αγαπώ αυτό το μωβ!

Κι έφυγες, έτσι άξαφνα κι απίστευτα

Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.
Οδ. Ελύτης
@ντώνυμος




















