Η προσδοκία του ταξιδιού

Θα προσπαθήσουμε να ταξιδέψουμε στο κυανού της τέχνης και του πολιτισμού, όπου εκείνο που βαραίνει περισσότερο στις εκτιμήσεις μας είναι ακριβώς η έλλειψη βαρύτητας. Θα προσπαθήσουμε να επικοινωνούμε με το τηλεγραφείο των σκέψεων, με γλώσσα που περνάει από το τρυπητό που αφήνει απ΄έξω τα απόφλουδα...Με την ελπίδα να υπάρξουν ρινίσματα χρόνου που θα ψιθυρίσουμε: Λίγο θέλω ακόμη για ν΄αποσπαστώ από το έδαφος και να παίξω με τις πατούσες μου μιαν άλλου είδους κιθάρα...

Η εντοπισμένη εδώ προσδοκία είναι η αλληλεπίδραση μας με επίγνωση της αδυναμίας, με φορείς αλληλεπίδρασης, αναγκαίους κατά τη Φυσική, σκέψεις, εικόνες, ήχους που προσφέρουν Αυτοί που μας δείχνουν πόσο λανθασμένα, ίσως, συλλάβαμε την δωρεά της ζωής. Έρανος σκέψεων, λοιπόν, ήχων που παράγουν εικόνες που δεν τις βλέπουν τα μάτια, εικόνων που παράγουν ήχους που δεν τους ακούν τα αυτιά, και μοιρασιά της συγκομιδής. Με τιμή στην ατίμητη τιμή αυτών των διαλεχτών της τέχνης και του πολιτισμού που απλόχερα τα προσφέρουν...

Ας ζήσουμε τουλάχιστον την προσδοκία του ταξιδιού, που είναι πιο σημαντική από την πραγματοποίησή του. . .


Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2019



«Οι άνθρωποι θα κάνουν τα πάντα,

 όσο υπερβολικό κι αν φαίνεται, 

μόνο και μόνο 

για να αποφύγουν να αντιμετωπίσουν τη ψυχή τους». 

Carl Jung





 Σοφέ μου, το τετράσοφο 

Που σε φωτάει λυχνάρι

 Nάτανε, λέει, φεγγάρι

 Kαι συ είκοσι χρονώ! 


 Nάτανε τάχα η γνώση σου

 Mε τον αγέρα αμάχη, 

Για δασωμένη ράχη ξεκίνημα πρωινό...


 Nάτανε τάχα η σκέψη σου

 Συρτού χορού τραγούδια 

Mιαν αγκαλιά λουλούδια 

Mιαν ιστορία τρελλή, 


 Tα μύρια που δε γνώρισες 

Nερό θαν τά είχες μάθει

Mε δάσκαλο τα πάθη 

M’ ένα κλεφτό φιλί. 


 Πολύ την καταφρόνεσες

 Tη ζωή, πανάθεμά τη...

 Kαι τώρα; Eίναι φευγάτη 

Σαν όνειρο πρωινό.


 Xειλάκια ανθούν στη γειτονιά

 Γαρούφαλα στη γλάστρα–

 Kαι συ διαβάζεις τ’ άστρα

 Kαι το βαθύ ουρανό.


Ζαχαρίας Παπαντωνίου / Σερενάδα στο παράθυρο του σοφού 





Να ήταν οι άνθρωποι

Boomerang.

Όταν τους πετάς

να γύριζαν πάλι πίσω.

*

Δεν μπορείς να μπεις στο ίδιο ποτάμι δυο φορές

Ηράκλειτος



Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2019



Μην το πιστέψεις ότι δεν αγαπήθηκες, 

Ακόμα κι αν είναι αλήθεια 

Πάρε αυτό το ψέμα και ταξίδεψε. 

 Είναι μικρός ο καιρός, μεγάλος ο δρόμος. 

 Κλείσε τα μάτια και ταξίδεψε 

Με το αγαπημένο ψέμα, 

Σ΄ αυτό το νησί των αθανάτων

 Όπου δεν υπάρχει μοναξιά

 - Και το κυκλώνει το πέλαγος - 

 Με την αγκαλιά έτοιμη να σε δεχτεί. 

 Νίκος Σταμάτης / "Το αγαπημένο ψέμα" 
 Ποιητική συλλογή "Μορφογενέσεις"




"Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ’ ότι έχω ζήσει έως τώρα. Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση. 

Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δεν θα καταλήξει κανείς πουθενά. Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που, παρά την χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει. Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες. Δεν θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί. Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους. Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν την θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους. Μισώ να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα.


Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο. Συζητούν μετά κόπου για την επικεφαλίδα. Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες. Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται. Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα. Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση: Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους. Που δεν επαίρονται για τον θρίαμβό τους. Που δεν θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους. Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους. Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια. 

Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στην ζωή. Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων. Ανθρώπους τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής δίδαξαν το πώς μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή. Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνον η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει. Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν. Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ’όσες έχω ήδη φάει. Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με την συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου. Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ." 

 Mario de Andrade




"Κάποια μέρα έφθασε σε ένα πανδοχείο.

 Ζήτησε δωμάτιο.

 Η ξενοδόχος απόρησε: 

-Κύριε,

 φαίνεστε τόσο κουρασμένος και ταλαίπωρος!

Από πού έρχεστε;

-Έρχομαι από τα βάθη της ψυχής.

 -Και πού πηγαίνετε;

-Πηγαίνω ως την άκρη της ζωής.

 -Κι όλη αυτή η σκόνη στα παπούτσια σας, τι είναι;

 -Σημάδια για το δρόμο μου.

 -Φοβάστε μη χαθείτε;


 -Φοβάμαι μη ξεχάσω.

«Χρωστάς ένα ποίημα» 

του είπε η Ζωή ένα βράδυ.

 «Γερνάω λέξεις»

 απάντησε 

 και δεν τον ξαναενόχλησε ποτέ."

Η Ιστορία ενός Ανθρώπου – Σπύρος Αραβανής





ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, στη μέση ενός χωματόδρομου, τότε πού υπήρχανε ακόμα χωματόδρομοι, ζούσε μια πέτρα. Μάνα, πατέρα δεν γνώρισε κι ούτε ήξερε πότε γεννήθηκε. Οι πέτρες, όπως ξέρετε, ζούνε τόσα πολλά χρόνια, που ξεχνούν την ηλικία τους. Πολλές απ’ αυτές μάλιστα είναι τόσο αρχαίες όσο κι η πέτρινη εποχή, αν έχετε ακουστά. Μια πέτρα όμως, ακόμα κι αν είναι τόσο αρχαία, μπορεί να είναι ασήμαντη. Ή, για να το πω καλύτερα, όλες οι πέτρες είναι ασήμαντες, έκτος από εκείνες που γινήκανε αγάλματα ή ναοί ή άπο εκείνες που τις λεν λίθους, πολύτιμους και που τις κρύβουν μέσα σε κουτιά από σίδερο.

H δική μας πέτρα ήταν εντελώς ασήμαντη-δεν άξιζε ούτε για να την κλοτσήσει κανείς. Μικρή κι ασουλούπωτη, δεν ήταν ούτε στρογγυλή ούτε τετράγωνη ούτε μακρόστενη. Το χρώμα της, ξέθωρο γκρίζο, την έκανε ακόμα πιο ασήμαντη, γιατί κι ο δρόμος είχε το ίδιο χρώμα και με δυσκολία την ξεχώριζες. Η ασημαντότητα της αυτή είχε βέβαια και τα καλά της. Ένα απ’ αυτά το ‘παμε κιόλας: κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να την κλοτσήσει. Εν’ άλλο ήταν ότι κανείς ποτέ δεν σκέφτηκε με τη βαριά του να την κομματιάσει ή να τη μεταφέρει έξω απ’ το δρόμο, γιατί, έτσι μικρή που ήτανε, τόπο δεν έπιανε κι ο δρόμος έμενε ελεύθερος.

Ζούσε, λοιπόν, ειρηνικά την πέτρινη ζωή της, που ήταν βέβαια λίγο μονότονη, αλλά αυτό κα θόλου δεν την ενοχλούσε, γιατί, αφού δεν ήξερε τί δεν είναι μονοτονία, δεν ήξερε ούτε τί είναι. Μια μέρα όμως έμαθε. Εκείνη τη σημαδιακή, για τη ζωή της πέτρας, μέρα, εν’ αγόρι, που ήθελε να σκοτώσει ένα σπουργίτι ή να σπάσει κάποιο γλόμπο και δεν έβρισκε άλλη πέτρα, πιο κατάλληλη, τη μάζεψε απ’ το δρόμο, την έβαλε στη σφεντόνα του και την τίναξε στον αέρα, ψηλά και μακριά. Ευτυχώς, επειδή ήταν ατζαμής, δεν πέτυχε τον στόχο του, πέτυχε όμως, δίχως να το ξέρει, ν’ αλλάξει τη ζωή της πέτρας. Δίχως να το ξέρει, της έδειξε πως δεν ήταν πλασμένη μόνο για να σέρνεται στον δρόμο, μα πώς μπορούσε και να πετάξει, κι ακόμη πώς ο δρόμος δεν ήτανε ο κόσμος όλος αλλά μονάχα ένα μέρος του, και μάλιστα όχι το πιο ωραίο, γιατί η πέτρα, όταν τέλειωσε το πέταγμα της, βρέθηκε μέσα σ’ έναν κήπο.

Ο κήπος αυτός, τώρα, αν και δεν ήτανε καθόλου μαγεμένος, όπως συμβαίνει συνήθως με τους κήπους των παραμυθιών, ήταν χαρά των ματιών να τον βλέπεις. Και τί δεν ήταν φυτεμένο εκεί! Κρεμμύδια και ντομάτες και φασολάκια πράσινα κι αγγούρια, αλλά και λουλούδια, πολλά λουλούδια και διάφορα, γαρίφαλα και τριαντάφυλλα (τριαντάφυλλα και εκατόφυλλα) και κρίνα και βιολέτες και ντάλιες και γεράνια, πολλά γεράνια. Άσε πια τα μυριστικά, βασιλικούς και δυόσμους κι αρμπαρόριζες και δεντρολιβανιές και μαντζουράνες. Μ’ άλλα λόγια, ό κήπος ήταν κήπος κι όχι ποδοσφαιρικό γήπεδο, όπως εκείνοι οι κήποι με το κουρεμένο σύρριζα γρασίδι.

Φανταστείτε τώρα το ξάφνιασμα της πετρούλας, πρώτα απ’ το ταξίδι της στον αέρα κι ύστερα απ’ τον καινούργιο αυτόν κόσμο, πού τόσο ξαφνικά ανακάλυψε. Όσο για το πέσιμο της, αυτό δεν είχε διόλου άσχημες συνέπειες, γιατί, όπως οι πέτρες δεν έχουν ούτε χέρια ούτε πόδια ούτε κεφάλι, δεν κινδυνεύουνε να σπάσουν τίποτε πέφτοντας στο χώμα, όταν μάλιστα αυτό είναι το αφράτο χώμα ενός κήπου.

Το μεγάλο ξάφνιασμα της κράτησε βέβαια πολύ λίγο, όσο βρισκότανε ακόμη στον αέρα, πάνω απ’ τον κήπο, γιατί μόνο από κει μπόρεσε να δει όλο το θαύμα πού απλωνόταν από κάτω της. Απ’ τη στιγμή πού βρέθηκε στο χώμα και μετά, μπορούσε να βλέπει μόνο ό,τι βρισκότανε πολύ κοντά της, δηλαδή μια ντοματιά, μια γαριφαλιά και δυο ρίζες βασιλικό. Σιγά σιγά όμως γνώρισε κι άλλα πράματα, σπουδαία, πού ποτέ πριν δεν είχε φανταστεί την ύπαρξη τους. Γνώρισε τις μέλισσες και το ατέλειωτο παιχνίδι τους μέ τον ήλιο και τα λουλούδια, τα μακριά κοκκινοσκούληκα, πού βγάζαν πότε πότε το κεφάλι έξω απ’ τις τρύπες τους για να δουν πώς παν τα πράγματα στο φώς, τα μερμήγκια, πού σκαρφάλωναν πάνω της αγκομαχώντας, κουβαλώντας τεράστια ψίχουλα, κάτι περίεργα μυγιάγγιχτα ζουζούνια, πού, στο παραμικρό άγγιγμα, μαζεύονταν και γίνονταν μικρά σκληρά μπαλάκια…

Η πετρούλα πέρασ’ εκεί μιαν άνοιξη κι ένα καλοκαίρι, και στις αρχές του φθινοπώρου, με τα πρωτοβρόχια, ανακάλυψε με χαρμόσυνη ανατριχίλα, πού έφτανε ως τα βάθη της πέτρινης καρδίας της, ότι είχε αρχίσει ν’ αλλάζει χρώμα και, από γκρίζα κι αναιμική πού ήτανε, ν’ αποκτά μια πρασινωπή, όλο υγεία όψη. Ή χαρά της όμως αυτή δεν κράτησε πολύ. Ένα φθινοπωριάτικο απογευματάκι, από κείνα πού ή γλύκα τους μεθάει τα χρυσάνθεμα και τα κάνει να θέλουν ν’ αποχωριστούν τις ρίζες τους και να πετάξουνε στον ουρανό σαν χρυσορρόδινα συννεφάκια, ένα τέτοιο λοιπόν απογευματάκι, ενώ ήταν απορροφημένη απ’ τον αγώνα ενός μερμηγκιού πού προσπαθούσε να σηκώσει ένα σποράκι, ένιωσε μια δύναμη να τη σηκώνει σαν πούπουλο στον αέρα. Πριν καταλάβει καλά καλά τί της γινότανε, πριν ακούσει καν τον κηπουρό να μουρμουρίζει «μπα, μια πέτρα!)), βρέθηκε να κάνει τη δεύτερη πτήση στη ζωή της και, περνώντας πάνω απ’ τη μάντρα του κήπου, να προσγειώνεται στο σκληρό γκρίζο δρόμο, απ’ τον όποιο νόμιζε πώς είχε φύγει πια για πάντα.

Καταλαβαίνετε τώρα την απελπισία της μετά από τόση ομορφιά πού είχε ζήσει, να ξαναβρεθεί στη μέση της ίδιας της παλιάς, μονότονης ασκήμιας… Στην αρχή ήθελε να πεθάνει και προσευχόταν να περάσει από πάνω της ό τροχός κανενός οδοστρωτήρα και να την κάνει σκόνη. Αργότερα, όταν της πέρασε ή πρώτη, μεγάλη πίκρα, άρχισε να ονειρεύεται ότι θα ξαναπερνούσε από κει ό μικρός πρίγκιπας, ό πιτσιρίκος με τη σφεντόνα, κι ότι θα την ξαναπέταγε μες στον παράδεισο της.

Τα χρόνια όμως περνούσαν κι ό μικρός πρίγκιπας, πού στο μεταξύ έγινε ένας μεγάλος μπακάλης, ποτέ δεν ξαναπέρασε από κει. Η πέτρα, βέβαια, πού δεν ξέρει (κι ούτε θέλει να μάθει) από χρόνια, ηλικίες κι άλλα τέτοια, ποτέ δεν έπαψε, κι ούτε θα πάψει, να ονειρεύεται τον κήπο της, ακόμη και τώρα πού βρίσκεται θαμμένη κάτω από ένα παχύ στρώμα ασφάλτου κι ο παράδεισος της δόθηκε αντιπαροχή για πολυκατοικία.

Επιμύθιο I: Καλύτερα ν’ αποχτήσεις κάτι κι ας το χάσεις, παρά να μην αποχτήσεις ποτέ τίποτε.
Επιμύθιο II: Πατάτε με σεβασμό την άσφαλτο. Από κάτω της υπάρχουν πέτρες πού ονειρεύονται κήπους.

                                Αργύρης Χιόνης



Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019



"Ο χρόνος δε θα δείξει τίποτα, αλλά αυτό σ’ το είπα,
ο χρόνος γνωρίζει μόνο το τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε.
Αν μπορούσα να σου πω, αν ήξερα, θα σ’ το έλεγα.
Αν είναι να κλάψουμε όταν οι κλόουν κάνουν παράσταση,
αν είναι να σκουντουφλάμε όταν παίζουν οι μουσικοί,
ο χρόνος θα το δείξει, αλλά κι αυτό σ’ το είπα.
Δεν έχω να σου πω κάτι περισπούδαστο, 
αν και καθώς σ’ αγαπώ περισσότερο απ’ όσο μπορώ να πω,
αν μπορούσα να σου πω τι θα γίνει, θα σ’ το έλεγα.
Όταν φυσούν οι άνεμοι, έρχονται από κάπου
και σίγουρα υπάρχει λόγος που τα φύλλα μαραίνονται.
Ο χρόνος θα δείξει ή δε θα δείξει, αλλά κι αυτό σ’ το είπα.
Ίσως τα τριαντάφυλλα να θέλουν στ’ αλήθεια ν’ ανθίσουν
και το όνειρο να θέλει στα σοβαρά να μείνει μαζί μας.
Κι αν ήξερα τι να πω, θα σ’ το έλεγα.
Φαντάσου να έφευγαν όλα τα λιοντάρια,
να στέρευαν τα ποτάμια, να το έσκαγαν οι φαντάροι.
Ο χρόνος θα έλεγε: σας το είπα ότι θα γίνει.
Κι εγώ, αν ήξερα, θα σ’ το έλεγα."

W. H. Auden

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2019







...σφάξε τη μια ομορφιά να πιει το αίμα η άλλη...

Νίκος Καρούζος






«Από την άλλη, 

δεν έβρισκα τίποτα το παράλογο

 σε κάποιον που μαστίγωνε τη θάλασσα

 ή 

σ' έναν άλλον που εννοούσε να κάνει τρύπες στο νερό. 

Γιατί όχι; 

Η μεταφορά δεν είναι απλώς τρόπος του λόγου, 

αλλά τρόπος της ύπαρξης». 

 Μαίρη Σταθοπούλου / Προϊστορίες 





Επεκτείνομαι και βιώνω 

παράνομα

 σε περιοχές που σαν υπαρκτές

 δεν παραδέχονται οι άλλοι.


Εκεί σταματώ και εκθέτω

 τον καταδιωγμένο κόσμο μου, 

εκεί τον αναπαράγω 

με πικρά κι απειθάρχητα μέσα, 

εκεί τον αναθέτω 

σ’ έναν ήλιο χωρίς σχήμα, χωρίς φως, 

αμετακίνητο, προσωπικό μου. 

Εκεί συμβαίνω. 


Κάποτε, όμως, 

παύει αυτό.

 Και συστέλλομαι, 

κι επανέρχομαι βίαια 

(προς καθησυχασμόν) 

στη νόμιμη και παραδεκτή 

περιοχή, 

στην εγκόσμια πίκρα. 

Και διαψεύδομαι.


 Κική Δημουλά / Από τη συλλογή Ερήμην 





"Στους φόβους μας 

είμαστε θύματα

 μιας κάποιας επιθετικότητας του μέλλοντος." 

Emile M. Cioran




...κοινοί γαρ οι τοίχοι μας και...


Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2019



"Και να’ χεις την ψυχή σου στα δάχτυλα, 

στα μάτια, στα ρουθούνια, στα χείλη. 

Από ‘κει μιλάει ο κόσμος."

Οδυσσέας Ελύτης / Ιδιωτική οδός




"Τα όνειρά μου 

 Καθώς με παρατηρούσαν είπαν

 Το ένα στ' άλλο 

 Αυτή η ζωή μάς πρόδωσε."

 Paul Potts / Instead of a sonnet / Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός




"Συναντιόμαστε ξανά
μετά από χρόνια
Καθίσαμε απέναντι
ο ένας στον άλλον
Ο ένας είπε βόμουν
Ο άλλος είπε
Φο.
Φοβάμαι ότι εχθές το βράδυ
αγαπούσαμε μαζί αυτό
 για το οποίο σήμερα αδιαφορούμε."

Βασίλης Αμανατίδης

Τριαντατρία» (εκδ. Γαβριηλίδη)





"Ο μόνος τρόπος να σωθεί το εφήμερο

είναι να γεννάει συνεχώς εφήμερα."

Tίτος Πατρίκιος


"Τους αρέσει να σκοτώνουν τον χρόνο τους

 περιμένοντας τον χρόνο να τους σκοτώσει." 

Σιμόν ντε Μπωβουάρ




"Τι είναι χρόνος;

Αν οι άνθρωποι δεν με ρωτήσουν τι είναι χρόνος,

γνωρίζω.

Αν με ρωτήσουν,

τότε δεν γνωρίζω."

Άγιος Αυγουστίνος / Εξομολογήσεις


"Νόημα ή μέτρον τον χρόνον, ουχ υπόστασιν." 

 Αντιφών ο Ραμνούσιος 


"Του χρόνου τα ερείπια 

επαύλεις στην αιωνιότητα χτίζουν..." 

William Blake 

Δύσκολο να ορίσεις τι είναι χρόνος,

εύκολο να πεις τα αποτελέσματά του.





"Αιωνιότητα δεν είναι ό,τι αντέχει στο χρόνο

 -γιατί τότε θα 'χαν τα πρωτεία οι πολυκατοικίες

 και οι ουρανοξύστες- 

αλλά ό,τι σφραγίζει μια στιγμή ανεπανάληπτα."

Λιλή Ζωγράφου /  Επάγγελμα Πόρνη 



"Ευχόμουν να είσαι εδώ."

Μη πιστεύετε τις φωνητικές ευχές,

να πιστεύετε μόνο τις ευχές που είναι από βιντεοκλήσεις.

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2019




"Με αναστολή βγήκες απ' το όνειρο.

Πρέπει να δείξεις καλή διαγωγή

μην ξαναβρεθείς μέσα του."

Χρύσα Βλάχου / Τροπή






"Ο χρόνος τα αλλάζει όλα

 εκτός από κάτι μέσα μας

 που μένει έκπληκτο από την αλλαγή." 

Thomas Hardy