Η προσδοκία του ταξιδιού

Θα προσπαθήσουμε να ταξιδέψουμε στο κυανού της τέχνης και του πολιτισμού, όπου εκείνο που βαραίνει περισσότερο στις εκτιμήσεις μας είναι ακριβώς η έλλειψη βαρύτητας. Θα προσπαθήσουμε να επικοινωνούμε με το τηλεγραφείο των σκέψεων, με γλώσσα που περνάει από το τρυπητό που αφήνει απ΄έξω τα απόφλουδα...Με την ελπίδα να υπάρξουν ρινίσματα χρόνου που θα ψιθυρίσουμε: Λίγο θέλω ακόμη για ν΄αποσπαστώ από το έδαφος και να παίξω με τις πατούσες μου μιαν άλλου είδους κιθάρα...

Η εντοπισμένη εδώ προσδοκία είναι η αλληλεπίδραση μας με επίγνωση της αδυναμίας, με φορείς αλληλεπίδρασης, αναγκαίους κατά τη Φυσική, σκέψεις, εικόνες, ήχους που προσφέρουν Αυτοί που μας δείχνουν πόσο λανθασμένα, ίσως, συλλάβαμε την δωρεά της ζωής. Έρανος σκέψεων, λοιπόν, ήχων που παράγουν εικόνες που δεν τις βλέπουν τα μάτια, εικόνων που παράγουν ήχους που δεν τους ακούν τα αυτιά, και μοιρασιά της συγκομιδής. Με τιμή στην ατίμητη τιμή αυτών των διαλεχτών της τέχνης και του πολιτισμού που απλόχερα τα προσφέρουν...

Ας ζήσουμε τουλάχιστον την προσδοκία του ταξιδιού, που είναι πιο σημαντική από την πραγματοποίησή του. . .


Παρασκευή 26 Απριλίου 2019




"Είχε μεγάλο πρόβλημα

 ο Πιλάτος με τα χέρια του.

 Όλο τα έπλενε. 

Με μανία.

Αλλά 

τα χέρια δεν ξεχνούν ποτέ."






"Σαν τα παλιά εικονίσματα που ανάμεσα 

απ' τα φθαρμένα χρώματα και το λιωμένο ξύλο 

απ' την πικρήν αρπάγη του καιρού 

κρατάν ακόμα απείραχτα τα μάτια 

και βουρκωμένα σε θωρούν, σοφά

 από πολλήν επίγνωση μες στη σιωπή τους

 από πολλήν ακινησία κι από μόνωση-

έτσι μέσ' από τον καιρό μού έρχεσαι τώρα

 και τα μάτια σου πονεμένα με θωρούν." 


 "Σαν τα παλιά εικονίσματα που τα φυλάγουν

 στο ιερό βαθιά, στην πλέον απόκρυφη γωνιά του, 

και με άκρα προσοχή τα πλησιάζουν και τα προσκυνούν

 και τα προσέχουν σαν τα μάτια τους

 κι εκείνα κρατάνε μια δροσιά παράξενη

 κι ευωδιάζουν το ξύλο και τα χρώματά τους-

 σαν τα παλιά εικονίσματα σε πήρα

 και στο στήθος μου σ' έκρυψα βαθιά." 


 Ανέστης Ευαγγέλου/Σαν τα παλιά εικονίσματα I,ΙΙ/Το διάλειμμα






Μεγάλη Παρασκευή, α

Σαν να μονολογώ, σωπαίνω. 

Ίσως και να ’μαι σε κατάσταση βοτάνου

ακόμη φαρμακευτικού ή φιδιού μιας κρύας Παρασκευής 

Ή μπορεί και ζώου από κείνα τα ιερά

 με τ’ αυτί το μεγάλο γεμάτο ήχους βαρείς

 και θόρυβο μεταλλικό από θυμιατήρια.


Μεγάλη Παρασκευή, β 

Αντίς για Όνειρο 

πένθιμος πράος ουρανός μες στο λιβάνι

 αναθρώσκουν παλαιές Μητέρες ορθές σαν κηροπήγια

 τυφεκιοφόροι νεοσύλλεκτοι σε ανάπαυση 

μικρά σκάμματα ορθογώνια, ραντιστήρια, νάρκισσοι.

 Σαν να ’μαι, λέει, ο θάνατος ο ίδιος αλλ’

 ακόμη νέος αγένειος που μόλις ξεκινά

 κι ακούει πρώτη φορά μέσα στο θάμβος των κεριών 

το «δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμόν».

Οδυσσέας Ελύτης


Μεγάλη Παρασκευή


 «Πάντα στον κόσμο θα ‘ρχεται 


Παρασκευή Μεγάλη


 και κάποιος θα σταυρώνεται 


για να σωθούν οι άλλοι…» 


Νίκος Γκάτσος



Συμβουλές της Μεγάλης Παρασκευής 


 "Αδρανείς. 

 Σε παρασύρει η φωτογραφία σου 

 ότι το έχεις δίπορτο

 όποτε θέλεις είσαι τάχα εδώ 

 κι όποτε θες κατέρχεσαι.


 Σ᾿ εξαπατούν επίσης

 τα φουσκωμένα λόγια της ανοίξεως 

 δήθεν ότι τα άνθη της 

 συμπαρασύρουν σε ανάσταση

 κι άλλα εσταυρωμένα χώματα. 


 Άκουσέ με, πάρε

 στα χέρια σου την κύλιση του λίθου.

 Ας σπρώξει λίγο και το Μεγάλο Σάββατο 

 γεροδεμένο είναι 

 σήκωσε θεία κλοπή ασήκωτη 

 και στα ουράνια μοναχό του την ανέβασε.


Μόνο βιάσου γιατί όπου νά΄ ναι 

 το θαύμα της διαψεύσεως τίθεται επὶ τάπητος 

 ακάνθινο."

 Κική Δημουλά






"Πιστεύω σε κείνον που χτίζει,

 κι αγεροκρέμεται μες στον ουρανό, σαν Θεός

 και κατευνάζει το χάος, 


πιστεύω σε κείνον που θερίζει

 και το δρεπάνι το κυματίζει ολόφωτο

 σαν τα λαγόνια της αγαπημένης μου, 


πιστεύω σε κείνον που αγαπάει, 

όπως πιστεύω και σε κείνον που μισεί,

πιστεύω σε κείνον που αμαρτάνει

 και ζητάει με δάκρυα να τον συγχωρέσουν 


πιστεύω και σε κείνον που αμαρτάνει 

και συγχωράει μοναχός τον εαυτό του και προχωράει,

πιστεύω στη μέρα που σου δίνει τα πράγματα μες στο φως

 πιστεύω και στη νύχτα

 που σου ξαναδίνει τα πράγματα μες στην καρδιά σου, 


πιστεύω στο αλάτι και στο κάρβουνο, 

στις μέλισσες και τα παιδιά 


πιστεύω στις πολιτείες, που η βουή τους,

 σαν τους ραψωδούς, έξω απ’ το παραθύρι σου,


 τραγουδάει την οδύσσεια της καθημερινότητας,

 πιστεύω και στη σιωπή,[...}


  Η αφθονία της πίστης μου είναι ένας άλλος,

 έκτος, δίχως όνομα, ωκεανός,

 που ταξιδεύω πάνω του χωρίς χάρτες και τιμόνια, 

με μόνο την καρδιά μου για οδηγό, 

γιατί η αγάπη που ’χω μέσα μου μπορεί κι ένα ακυβέρνητο καράβι

να το οδηγήσει στο δρόμο το σωστό, 


πιστεύω και στον ανθρωπάκο, στη γωνιά του δρόμου,

 που βγάζει το καπέλο του και χαιρετάει ταπεινά, 

την ώρα που οι άλλοι τον σκουντάν και τον χλευάζουν.

 Και δοξάζομαι κι εγώ μαζί του.

Πιστεύω στους μεγάλους εφευρέτες, τους ήρωες, τους ποιητές, 

που αλλάζουνε με μια χειρονομία τη γεωγραφία και τα πεπρωμένα.


 [...] Πιστεύω σε σας που κρατάτε ψηλά τις σημαίες

 και προχωράτε μες στον ενάντιο άνεμο,


 πιστεύω και σε σένα που σηκώνεις σα σημαία την καρδιά σου

 και προχωράς μες στο ενάντιο πλήθος. 


Πιστεύω στο άπειρο, μπορώ να κάθομαι ώρες να διαβάζω τον ουρανό, 

τα χείλη μου είναι βαριά απ’ την κερήθρα των άστρων

 και συχνά έστειλα την ψυχή μου να παραθερίσει στο άγνωστο, 


πιστεύω και στη γλυκιά ετούτη γη,

 γεμάτη μαχαιρώματα και ζεστούς γυναικείους κόρφους,

πιστεύω στο χώμα που πατάω και που με καρτερεί κει κάτω,

  μες στη σκοτεινιά, 

όπου σαλεύουν οι ρίζες, κοιμούνται οι νεκροί 

και τραγουδάνε κιόλας μεθυσμένα τ’ αυριανά κρασιά, 

πιστεύω και σε κείνα που δεν πιστεύω.

Αμήν." 


Τάσος Λειβαδίτης /  Σύμβολο Πίστεως 





Κορώνα μου, αντιστύλι μου, χαρά των γερατειώ μου, 

ήλιε της βαρυχειμωνιάς, λιγνοκυπάρισσό μου.


 Πώς μ’ άφησες να σέρνουμαι και να πονώ μονάχη

χωρίς γουλιά, σταλιά νερό και φως κι ανθό κι αστάχυ; 


 Με τα ματάκια σου έβλεπα της ζωής κάθε λουλούδι,

 με τα χειλάκια σου έλεγα τ’ αυγερινό τραγούδι.


 Με τα χεράκια σου τα δυο, τα χιλιοχαϊδεμένα, 

όλη τη γης αγκάλιαζα κι όλ’ είτανε για μένα.


 Νιότη απ’ τη νιότη σου έπαιρνα κι ακόμη αχνογελούσα,

 τα γερατειά δεν τρόμαζα, το θάνατο αψηφούσα.


 Και τώρα πού θα κρατηθώ, πού θα σταθώ, πού θα ’μπω, 

που απόμεινα ξερό δεντρί σε χιονισμένο κάμπο; 


 Γιε μου, αν δε σου ’ναι βολετό να ’ρθεις ξανά σιμά μου, 

πάρε μαζί σου εμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.


 Κι αν είν’ τα πόδια μου λιγνά, μπορώ να πορπατήσω 

κι αν κουραστείς, στον κόρφο μου, γλυκά θα σε κρατήσω.


Πέμπτη 25 Απριλίου 2019




"...Πλησιάζω τη θάλασσα και της λέω: 

Είσαι βαθειά και με τα μυστικά μεγάλη σου η σχέση.

 Λυτρώνεται ο άνθρωπος;"

 Νίκος Καρούζος / Το Πάσχα των Πιστών






"Ο καιρός ήταν σήμερα

λίγο καλύτερος απ' τον χαμένον."

Κική Δημουλά / Δελτίον Άμμου

Καλό απολογισμό!


"Έχουμε καταντήσει

να εξηγούμε τα πάντα,

ακόμα και τα δάκρυά μας."

Εμίλ Σιοράν

Τα πιο πικρά δάκρυα

είναι από το κλάμα  σου

όταν δεν έχεις τίποτα για να κλάψεις.