Η προσδοκία του ταξιδιού

Θα προσπαθήσουμε να ταξιδέψουμε στο κυανού της τέχνης και του πολιτισμού, όπου εκείνο που βαραίνει περισσότερο στις εκτιμήσεις μας είναι ακριβώς η έλλειψη βαρύτητας. Θα προσπαθήσουμε να επικοινωνούμε με το τηλεγραφείο των σκέψεων, με γλώσσα που περνάει από το τρυπητό που αφήνει απ΄έξω τα απόφλουδα...Με την ελπίδα να υπάρξουν ρινίσματα χρόνου που θα ψιθυρίσουμε: Λίγο θέλω ακόμη για ν΄αποσπαστώ από το έδαφος και να παίξω με τις πατούσες μου μιαν άλλου είδους κιθάρα...

Η εντοπισμένη εδώ προσδοκία είναι η αλληλεπίδραση μας με επίγνωση της αδυναμίας, με φορείς αλληλεπίδρασης, αναγκαίους κατά τη Φυσική, σκέψεις, εικόνες, ήχους που προσφέρουν Αυτοί που μας δείχνουν πόσο λανθασμένα, ίσως, συλλάβαμε την δωρεά της ζωής. Έρανος σκέψεων, λοιπόν, ήχων που παράγουν εικόνες που δεν τις βλέπουν τα μάτια, εικόνων που παράγουν ήχους που δεν τους ακούν τα αυτιά, και μοιρασιά της συγκομιδής. Με τιμή στην ατίμητη τιμή αυτών των διαλεχτών της τέχνης και του πολιτισμού που απλόχερα τα προσφέρουν...

Ας ζήσουμε τουλάχιστον την προσδοκία του ταξιδιού, που είναι πιο σημαντική από την πραγματοποίησή του. . .


Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Επίκαιρα








Τὸ θαλάσσωμα



Σ’ ἕνα καφενεῖο  τῆς Ἀθήνας -ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰ.- οἱ πελάτες εἶναι ἀποκλεισμένοι ἀπὸ τὴν ἀσταμάτητη βροχή. Ὡστόσο στὸ καφενεῖο κάποιοι συνεχίζουν νὰ παίζουν τάβλι, ἄλλοι πρέφα, δυὸ γέροντες παίζουν τὸ «μεγάλο μπεζίκι μὲ 256 φύλλα», κι ἀπὸ δίπλα ἕνας ἄλλος γέρος κρατάει συνεχῶς μιὰν ἐφημερίδα καὶ τὸν παίρνει κάθε λίγο ὁ ὕπνος.

Ἡ βροχὴ δυναμώνει. Τὸ νερὸ μπαίνει ἀπὸ παντοῦ. Ἀλλὰ οἱ παῖκτες συνεχίζουν ἀπτόητοι κι ὁ γέρος μὲ τὴν ἐφημερίδα του συνεχίζει τὸν ὕπνο του. Δὲν ἄργησαν βέβαια νὰ ἐμφανιστοῦν καὶ ὅσοι «ἔκαμναν κουμάντο», καθὼς τὸ συνηθίζουν οἱ Νεοέλληνες, νὰ δίνουν δηλαδὴ ὁδηγίες γιὰ τὸ πῶς θὰ φύγουν τὰ νερὰ ἐνῶ τὸ μόνο ποὺ κατάφερναν ἦταν νὰ ἐμποδίζουν τὸ ἔργο τῶν ὑπαλλήλων. Καὶ φυσικὰ δὲν ἔλειψαν καὶ οἱ αὐτόκλητοι πραγματογνώμονες ποὺ ἀποφαίνονταν γιὰ τὴν αἰτία τῆς πλημμύρας.

Τέλος, ἡ βροχὴ σταμάτησε, οἱ ὑπάλληλοι τοῦ καφενείου ἔριχναν πριονίδι, οἱ παῖκτες ἔμεναν τώρα σιωπηλοὶ κι ὁ γέρος –κρατώντας πάντα ἀνοιχτὴ ταὴν ἐφημερίδα του, διψοῦσε γιὰ πληροφόρηση φαίνεται- ξύπνησε μὲ τὴν ἀπορία:

«Μὰ πότε μπῆκε τὸ νερὸ μέσα;»



Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης





«Μὰ πότε μπῆκε τὸ νερὸ μέσα;»



«Μὰ πότε μπῆκε τὸ νερὸ μέσα;»



«Μὰ πότε μπῆκε τὸ νερὸ μέσα;»


«Μὰ πότε μπῆκε τὸ ΔΝΤ μέσα;»



«Μὰ πότε μπῆκε τὸ ΔΝΤ μέσα;»



«Μὰ πότε μπῆκε τὸ ΔΝΤ μέσα;»










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου