Η προσδοκία του ταξιδιού

Θα προσπαθήσουμε να ταξιδέψουμε στο κυανού της τέχνης και του πολιτισμού, όπου εκείνο που βαραίνει περισσότερο στις εκτιμήσεις μας είναι ακριβώς η έλλειψη βαρύτητας. Θα προσπαθήσουμε να επικοινωνούμε με το τηλεγραφείο των σκέψεων, με γλώσσα που περνάει από το τρυπητό που αφήνει απ΄έξω τα απόφλουδα...Με την ελπίδα να υπάρξουν ρινίσματα χρόνου που θα ψιθυρίσουμε: Λίγο θέλω ακόμη για ν΄αποσπαστώ από το έδαφος και να παίξω με τις πατούσες μου μιαν άλλου είδους κιθάρα...

Η εντοπισμένη εδώ προσδοκία είναι η αλληλεπίδραση μας με επίγνωση της αδυναμίας, με φορείς αλληλεπίδρασης, αναγκαίους κατά τη Φυσική, σκέψεις, εικόνες, ήχους που προσφέρουν Αυτοί που μας δείχνουν πόσο λανθασμένα, ίσως, συλλάβαμε την δωρεά της ζωής. Έρανος σκέψεων, λοιπόν, ήχων που παράγουν εικόνες που δεν τις βλέπουν τα μάτια, εικόνων που παράγουν ήχους που δεν τους ακούν τα αυτιά, και μοιρασιά της συγκομιδής. Με τιμή στην ατίμητη τιμή αυτών των διαλεχτών της τέχνης και του πολιτισμού που απλόχερα τα προσφέρουν...

Ας ζήσουμε τουλάχιστον την προσδοκία του ταξιδιού, που είναι πιο σημαντική από την πραγματοποίησή του. . .


Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ ...Λείπει... Λύπη









Στις 6 Μαρτίου του 1994, ο κινηματογράφος «Παράδεισος» έκλεισε...


Ζωή-χορός πάνω στο φτερό του καρχαρία...
Έβγαζε  στον άνεμο τη γλώσσα της και περνούσε...
Αλλού τη λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μελίνα...






Μέσ᾿ σὲ παλάτια, ποὺ σὰ σπήλια ἀντήχαν ἀπ᾿ τὶς μουσικὲς

κι
᾿ ἀστράβαν ἀπ᾿ τὰ μέταλλα καὶ τὰ δεμένα φῶτα
,
στ
ὰ μάγουλά μου, ποὺ κανεὶς δὲν τὰ εἶδεν ἥλιος, οἱ μοσκὲς

γλίστρααν μ
ὲ λάγγεμα πολὺ καὶ τὰ δάγκωναν σὰν ὀχιὲς

στ
ὴν κρουσταλλένια μου φωνὴ θαμπὴ ἐγλιστροῦσε νότα.
Στὴν τεσσεροβασίλεφτη Γιουδαία ἐγώ ῾μουν ἡ Πηγή:

το
ῦ κόρφου μου τ᾿ ἀμάραντα καὶ μοσκοβόλᾳ κίτρα. 

Ὡσὰν τὴ φλόγα τοῦ κορμιοῦ μου ἄλλη δὲ γνώρισεν ἡ Γῆ,

σ
ὰν τῆς ἀγκάλης μου μεστὴ καμιὰ δὲν ὑπῆρχε σιγή. 

Ὁ ἔρωτάς μου νίκαγε τὴ Ρώμη τὴ  νικήτρα. . .
Σκοτάδια ἤτανε μέσα μου, ξέρα μεγάλη κι᾿ ἀμμουδιὰ

κα
ὶ στὰ γλυκὰ τὰ χείλια μου πικρὰ πολὺ τὰ γέλια.

Κα
ὶ μοῦ τινάζαν ἄξαφνα τ᾿ ἀγνώστου φόβοι τὴν καρδιὰ

κα
ὶ μοῦ κοβόταν ἡ ἀναπνιὰ μέσ᾿ σὲ φορέματα φαρδιά-

-ἀπ᾿ τοῦ θριάμβου τὴν κορφὴ μακριὰ ῾βλεπα συντέλεια.
Δὲν ἦταν ἄξαφνη ἀστραψιά. Τοῦτο συνέβη ἀργά, σιγά. . 

Ὡραῖος δὲν ἤσουν, τίποτα δὲν εἶχες πάνω σου ἄξο!

Κοίταγες χάμου τ
ὰ χαλίκια, ὡς μίλαγες σιγὰ κι᾿ ἀργά.

Τ
ὴν τρίτη ἢ τέταρτη φορὰν ἄρχισε ὁ νοῦς μου νὰ ριγᾷ,

κι
᾿ ὡς σήκωσες τὰ μάτια σου, δὲ βάσταα νὰ κοιτάξω.
Κι᾿ ἔνιωσα ὁρμὴ ἀσυγκράτητη στὰ πόδια σου νὰ κυλιστῶ.

Ε
ἶδα νὰ σειέται μέσα μου ψυχὴ παρθένα ὡς τώρα.

Τ
ὴν εὐτυχία τὴ γνώρισα στὸ δόσιμο χωρὶς μιστό,

τ
ὴ λευτεριά-στὸ σκλάβωμα σὲ κάποιο ἰδανικὸ σωστὸ

κα
ὶ τὴν ὑπέρτατ᾿ ἡδονὴ στὸν πόνον,-ἄξια γνώρα.
Καὶ στοὺς φτωχοὺς μοιράζοντας τὰ ὑπάρχοντά μου 

(ἀσημικά,  διαμαντικά, μεταξωτά, μπαξέδες καὶ παλάτια)

τ
ὰ βήματά σου ἀκλούθησα, ποὺ κι᾿ ἂν τὰ σβηοῦσε ταχτικὰ

στ
ὸν ἄμμ᾿ ὁ ἀγέρας τοῦ βραδιοῦ, σὰ φῶτα μένανε γλυκὰ
 

γιὰ πάντα σ᾿ ἄμμο καὶ ψυχῇ καὶ σ᾿ ἀκοὲς καὶ μάτια.

Πράματα νέα δὲν ἔλεγες κι᾿ οὔτε, μὲ λόγια νέα, παλιά.

 Ἀπὸ πολλοὺς κι᾿ ἀπὸ καιροὺς ὅλα ἦταν εἰπωμένα.

Μά
῾χες τὴ δύναμη ν᾿ ἀκοῦς τῶν οὐρανῶν τὴ σιγαλιὰ

κι
᾿ ὅλα γιὰ σένα (κι᾿ ἄψυχα κι᾿ ἄνθρωποι) διάφανα γιαλιὰ

κα
ὶ διάφαν᾿ ἡ καρδιὰ τοῦ Θεοῦ γιὰ σένα - καὶ γιὰ μένα!
Κανεὶς (καὶ πλήθη καὶ σοφοὶ καὶ μαθητάδες καὶ γονιοί)

δ
ὲν ξάνοιγε τὸ σπαραγμὸ στὰ θάματά σου πίσω.

Κι
᾿ ἂν πρόσμενες τὸ λυτρωμό σου ἀπὸ τὴν ἄδικη θανή, 

ἐγὼ μονάχα τό ῾νιωσα, ποὺ ἤμουνα λάσπη καὶ κοινή,

πόσο, Χριστέ
῾σουν ἄνθρωπος! Κι᾿ ἐγὼ θὰ σ᾿ ἀναστήσω!


                                                                            ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ






Αβλαβές είναι μόνο το άβιο.
Απόδειξη τι καπνό φουμάρει
εκ γενετής η ανυπαρξία. Έπαθε τίποτα;

Μερκούρη... Χατζιδάκης...Βάρναλης...

Θα απορούν, πως χάθηκε τόσο χρυσάφι,  πως σκούριασε το ασκούριαστο,
πως χάθηκε η αυτοεκτίμηση ενός ολόκληρου λαού σε λίγα χρόνια...

Ευτυχώς, γι΄αυτούς, έφυγαν νωρίς...Αντέχεται τόση φτήνια...


Κι όμως...











Aπό: Hanna-@ντώνυμος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου